γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας
Αυτό που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια,όσο αφορά τις καλλιέργειες στο Στρυμονικό ήταν αυτή του Καπνού. Μπασμάς λέγόταν η κυριότερη ποικιλία και η άλλη Καμπακ Ουλάκ, καθαρά τουρκικές λέξεις, κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Η καλλιέργεια αυτών των δύο ποικιλιών ήταν πολύ διαδεδομένη γιατί οι έμποροι τις προτιμούσαν για να προμηθεύουν τις μεγάλες καπνοβιομηχανίες. Παρ΄ όλο που επεξεργασία του καπνού, ήταν μια κοπιαστική εργασία, εν΄ τούτοις πρέπει να παραδεχτούμε, ότι σε μια εποχή που οι τιμές τους δεν ικανοποιούσαν τους αάλιζαν αγρότες, εντ τούτοις κάποιοι που κατόρθωναν να έχουν μεγάλες παραγωγές, κατόρθωναν και εξασφάλιζαν αρκετά μεγάλο εισόδημα. Αυτοί όμως ήταν πολύ λίγοι.
Αυτό, που πονούσε περισσότερο στην καλλιέργεια του, ήταν η συλλογική, η οικογενειακή προσπάθεια αλλά στην τιμή του.....ενός εργάτη. Και κυρίως πονούσε γιατί μέχρι και το τέλος της εργασίας, που διαρκούσε όλο τον χρόνο, εκτός από την συμμετοχή μέχρι και των πλέον ηλικιωμένων ανθρώπων του σπιτιού, τα μέσα ήταν ...πρωτόγονα. Κάρα, αγελάδες, γαιδούρια, πανέρια, άροτρα, τσαπιά, μερικά από τα μέσα που χρησιμοποιούνταν. Αναφέρω ως μέσα και τα ζώα, διότι αν δεν τα είχε κανείς......αργότερα όταν δειλά δειλά έκαναν την εμφάνισή τους τα τρακτέρ η κατάσταση όπως ήταν φυσικό βελτιώθηκε.
Η καλλιέργεια ξεκινούσε ουσιαστικά στα μέσα του Μάρτη, όταν και έσπερναν τα φυτά σε ειδικά διαμορφωμένο έδαφος χωρισμένο σε ανυψωμένα παραλληλόγραμμα χωμάτινα κομμάτια (σανίδια), ώστε να γίνουν κατάλληλα προς φύτευση, φυτά. Ανακατεμένος σπόρος με λίπασμα και κοπριά, ρίχνονταν πάνω στα σανίδια. Στην συνέχεια περνούσαν από πάνω χτυπώντας ελφρά με σανίδες πλατιές για να γίνει ισιάδι το ....χώμα. Καθημερινή ήταν η φροντίδα των φυτών. Πότισμα, με τα ειδικά ποτιστήρια, ξεβοτάνισμα.
Εν, τω μεταξύ, προετοιμαζόταν το καπνοχώραφο. Το χώμα του χωραφιού που προορίζονταν να γίνει καπνοχώραφο, έπρεπε να οργωθεί πολλές φορές μέχρι την Άνοιξη. Να σβαρνιθεί, με την σβάρνα, να ισιωθεί το χώμα, να πατηθει καλά. Για αυτό τον σκοπό δεν ήταν λίγες οι φορές που ο αγρότης τοποθετούσε πάνω στην σβάρνα βαριά αντικείμενα, πέτρες ακόμα και τα παιδιά του, προκειμένου έχει το καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτή η κατάσταση αποτελούσε και ένα είδος παιχνιδιού για εμάς τα παιδιά. Αλλά μάλλον μόνο αυτή.
Αργότερα, στα μέσα του Μαίου συνήθως, αυτό εξαρτιότανε από τον καιρό, από το επίπεδο (πρόοδος) των φυτών ξεκινούσε και η σπορά , η μεταφύτευση των φυτών. Από την προηγούμενη ημέρα, συνήθως το απόβραδο ή πολύ πρωί με το χάραμα, αφού πότιζαν τα φυτά για να μαλακώσει το χώμα, άβγαζαν τα όσα φυτά είχαν μαγαλώσει και ήταν έτοιμα να ματαφυτευτούν.
Τα τοποθετούσαν σε τελάρα, κοφίνια, πλαστικές λεκάνες. Στο χωράφι χρησιμοποιούσαν τα χέρια και το φυτευτήρι για να ανοίξουν τρύπες στο χώμα και να βάλουν μέσα τα φυτά . Στην ίδια γραμμή και σε κοντινή απόσταση, μια πιθαμή απόσταση.
Κάποιος από την οικογενεια φρόντιζε να κουβαλά νερό και να ποτίζει ένα - ένα τα φυτά. Η εργασία αυτή γινότανε καθημερινά και ασταμάτητα μέχρι να τελειώσουν όλα τα καπνοψώραφα της οικογένειας. Συνήθως μέχρι και τα μέσα ή το τέλος Ιουνίου.
Πολλές φορές, οικογένειες ολάκερες ενώναν τις δυνάμεις τους και η μεταφύτευση τελείωνε πιο γρήγορα...όταν δε έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες μηχανές φύτευσης, αυτό το στάδιο ήταν μια μικρή αγροτική γιορτή στο χωράφι.
Άλλες φορές πριν καλά καλά τελειώσει η φητεία, ορισμένα χωράφια είχαν αρχίσει να προοδεύουν και χρειαζόντουσαν τσάπισμα και ξεχορτάριασμα. Πρωί , βράδυ ένας αγώνας. Μέχρι και 2- 3 βδομάδες έπαιρνε αυτή η ασχολία. Μέχρι που ερχόταν η σειρά της συγκομιδής.
Η συγκομιδή
Η συγκομιδή του καπνού αποτελούσε ίσως την κοπιαστικότερη φάση της καλλιέργειας του καπνού. Ξεκινούσε από τα χαράματα κάθε ημέρας, επειδή το σπάσιμο των φύλλων, απαιτούσε να γίνεται με υγροποιημένη τον κορμό τους, ώστε να είναι στητά και μόνο κατά την διάρκεια της ημέρας μπορούσε να επιτευχθεί και για ένα μικρό κομμάτι του πρωινού.
Όταν ο ήλιος προχωρούσε, τα φύλλα μαραίνονταν και η συγκομιδή ήταν ιδιαίτερα βασανιστική. Με την βοήθεια απλών φαναριών (με πετρέλαιο) ή των λεγόμενων Λουξ, που οι δυνατότητές τους ήταν απείρως μεγαλύτερες ξεκινούσαν μετά τα μεσάνυχτα οι αγρότες, με τα κάρα και αργότερα με τα τρακτέρ.
Ο κάμπος και οι λόφοι του Στρυμονικού φεγγοβολούσαν από το φως του φεγγαριού κάπου – κάπου ακούγονταν φωνές και οι γκρίνιες των παιδιών που δεν είχαν προλάβει να κοιμηθούν. Μόλις ο ήλιος έκαιγε, σταματούσε και το μάζεμα , φύλλο – φύλλο.
Η συγκομιδή δεν γίνονταν μονομιάς….αλλά σε ορισμένα στάδια ανάλογα με την ωρίμανση των φύλλων του καπνού, που οι καπνοκαλλιεργητές ονόμαζαν «χέρια» Άλλοι κάνανε τέσσερα και άλλοι πέντε όπως παρακάτω:
α. Τα πατόφυλλα, τα πρώτα φύλλα, αυτά που ήταν πιο κοντά στον «πάτο» του φυτού
β. το δεύτερο χέρι, ήταν η χαρά του καθενός, καθ΄ όσον ήταν τα μεγαλύτερα φύλλα, αυτά που σπάζονταν με ιδιαίτερη ευκολία, οι Θρακιώτες το λέγανε «μάννα»
γ.Το τρίτο χέρι απέδιδε την μεγαλύτερη ποσότητα (Κουβαλαμά)
δ. Ακολουθούσε το «ούτσαλντι», ως τέταρτο χέρι
ε. Τα «ούτσια» ή «ουτσάκι» που ήταν τα μικρότερα φύλλα, τα πιο φρέσκα, αυτά που έβγαιναν στην κορυφή και έδιναν το καλύτερο άρωμα.
Τα φύλλα αραδιάζονταν με επιμέλεια, στις γραμμές των φυτών και μόλις χάραζε, ένας από την οικογένεια, τα μάζευε και με επιμέλεια τα τοποθετούσε, στα τελάρα και στα κοφίνια.
Το «Μπούρλιασμα»
Πολλοί έκαναν με το ξημέρωμα, μια στάση, ή το τραπέζι τους περίμενε στο σπίτι. προκειμένου να κολατσίσουν, όχι σπουδαία πράγματα, αλλά η φρέσκια ντομάτα, το σαλάμι, το χωριάτικο τυρί, καρπούζι και ψωμί, ήταν συνήθως οι μυρωδιές του έκρυβε ο μποξάς.
Άλλοτε χωρίς σταμάτημα και άλλοτε με παύσεις για να γίνουν κάποιες εκκρεμείς δουλειές, να πλυθούν τα χέρια για να φύγει το κολλημένο κατράμι, ακολουθούσε το βελόνιασμα, το «μπούρλιασμα» ή κατά τους Θρακιώτες το «ζίτεμα» Χρησιμοποιώντας, μικρές και μεγάλες βελόνες, περίπου μισού μέτρου, περνούσαν ένα- ένα τα φύλλα του καπνού από το κοτσάνι.
Μια εργασία που μπορούσε να διαρκέσει και ολόκληρη την ημέρα. Στην συνέχεια τα έφτιαχναν ράμματα (σαρίκια) με σπάγκους γύρω στα 2 μέτρα και τα κρεμούσαν σε ξύλινες τάβλες (ράμκες), ή βέργες, λιάστρες ή σκηνές. Τις μεγάλες σκηνές τις σκέπαζαν
με ειδικά νάιλον για την αποφυγή της κακοκαιρίας, ενώ οι βέργες και οι λιάστρες εύκολα μετακινούνταν. Τα κρεμασμένα φύλλα καπνού, στέγνωναν στον ήλιο, ξεραίνονταν σε τρεις- τέσσερις ημέρες .
Ένα από τα χαρακτηριστικά του βελονιάσματος ,
ήταν ο συναγωνισμός των οικογενειών (για καλαμπούρι συνήθως ) όσο αφορά το τελείωμα της ημερήσιας εργασίας, ή ο συναγωνισμός μεταξύ των παιδιών, όσο αφορά τις περισσότερες βελόνες ή σαρίκια. Βέβαια κάποια στοιχεία χάθηκαν με την εμφάνιση των ραπτικών μηχανών καπνού.
Αυτή η περίοδος της συγκομιδής, διαρκούσε μέχρι και το τέλος του Σεπτεμβρίου, αν και για πολλές οικογένειες η συγκομιδή έφτανε μέχρι και τα μέσα του Οκτώβρη.
To "Παστάλιασμα"
Όπως είπαμε και στο β΄ μέρος η συγκομιδή τελείωνε προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Όσα από τα καπνά, στέγνωναν στις λιάστρες, μαζεύονταν ανά έξι ή οκτώ σαρίκια και αφού τοποθετούνταν
σε τσιγκέλια, κρεμόντουσαν αρχικά στην κορυφή κάποιας αποθήκης. Κατά το τέλος του Οκτώβρη και μετά τις εορτές του Αη Δημήτρη, ξεκινούσε το «Παστάλιασμα.»
Και αυτή η περίοδος της καλλιέργειας του καπνού, ήταν κουραστική όμως είχε και τα πλεονεκτήματά της. Γινότανε, εντός αποθηκών ή μέσα στο σπίτι, δίπλα στην ζεστασιά κάποιας σόμπας. Και πάλι όμως η βρωμιά ήταν το κυρίαρχο στοιχείο.
Τα «σαρίκια» τα τοποθετούσαν, μέσα σε «κουί» υπόγειες κατασκευές μεγέθους μικρού δωματίου, κατάλληλα διαμορφωμένου. Εκεί μέσα τα ξεραμένα φύλλα, μαλάκωναν και σε δυο τρεις ημέρες ήταν έτοιμα για το «παστάλιασμα.»
Το «παστάλιασμα» ήταν ουσιαστικά το ξεδιάλεγμα των φύλλων, ένα – ένα, και η τοποθέτησή τους σε «παστάλια» (μικρά «ματσάκια» από φύλλα ) σε ειδική κάσα ώστε να γίνουν δέματα. Μια εργασία, που η ματιά του έμπειρου καπνοκαλλιεργητή, έφτανε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό φύλλο. Το «παστάλιασμα» διαρκούσε μέχρι και τις αρχές Φεβρουαρίου αν και πολλές οικογένειες κατέβαλαν ιδιαίτερη προσπάθεια να τελειώσουν πριν το πανηγύρι του Αγίου Αντωνίου στις 16 και 17 Ιανουαρίου στο Στρυμονικό.
Όπως γίνεται κατανοητό, μόλις ολοκληρώνονταν και η δεματοποίηση έφτανε η ώρα για την έναρξη της επόμενης καλλιέργειας.
Μια ολάκερη χρονιά γεμάτο κόπο, αϋπνίες, αγωνίες, προσευχές και παρέα με τον θεό. Η σωματική κούραση τεράστια και μόνο εάν κάποιος την έχει ζήσει μπορεί να καταλάβει.
Παράλληλα φυσικά ο αγρότης είχε και άλλες ασχολίες προκειμένου να κατορθώσει να ζήσει την οικογένειά και να σπουδάσει τα παιδιά του. Σιτάρι (προετοιμασία, σπορά, θερισμός, αλώνισμα κτλ) ζώα (τάισμα, άρμεγμα κτλ) ζαρζαβατικά (φύτεμα, καθημερινό πότισμα, κτλ) Ατελείωτη αλισβερίσι με την φύση, με την ίδια την ζωή. Σκαλισμένα πρόσωπα, δεν θάταν υπερβολή να λες ότι κάτω από το χαμόγελο έβλεπες ένα διαρκές παράπονο.
Και η αγωνία μεγάλωνε όταν ερχόταν η εποχή να διαπραγματευτεί την πώληση του κόπου του με την …….γλοιώδη και καλοστεκούμενη κάστα των εμπόρων. Αυτών που επιζητούσαν , να αγοράσουν με ελάχιστα χρήματα τον κόπο του. Ο αγρότης είχε να αντιμετωπίσει το καλά οργανωμένο σύστημά τους και τις μεθοδευμένες τους ενέργειες για χαμηλή αγορά. Ένας διαρκής τρόμος πάνω από τα χωριά (αυτό όμως στο Δ΄ και τελευταίο μέρος).
Η πώληση
Όπως είπαμε και στο τρίτο μέρος της παρουσίασης, με το τέλος της δεματοποίησης, ο αγρότης ερχόταν σε επαφές με τους εμπόρους των καπνών, που όριζαν μέσα σε ένα ευρύτερο οικονομικό παιχνίδι τις τιμές. Καπνοβιομηχανίες, έμποροι, μεσάζοντες όλοι στις πλάτες του τελευταίου κρίκου. Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν ότι οι σκιές των εμπόρων πλάκωναν τον λόγο των αγροτών. Σαν μια οικονομική χούντα που κυκλοφορούσε την νύχτα. Είναι αλήθεια ότι οι έμποροι, τα βράδια πλησίαζαν τους αγρότες στα καφενεία. Οι υποσχέσεις για καλύτερες τιμές εκτός από την εξευτελιστική πρώτη τιμή, χάνονταν όσο περνούσαν ημέρες, ο καπνός έμενε απούλητος, η αγωνία κορυφώνονταν. Και όταν έφτανε ο πολυπόθητος καιρός πάντα ο αγρότης ήταν αδικημένος
Μέχρι και το 1963, τον έλεγχο των τιμών στην αγορά του καπνού είχαν αποκλειστικά οι έμποροι, οι οποίοι με την σοφή ματιά τους περνούσαν και βαθμολογούσαν τον καπνό στα δέματα και τον κατέτασσαν σε διάφορες κατηγορίες. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι αγρότες μετά την απόρριψη των καπνών τους, έτρεχαν στα γραφεία των εμπόρων και των καπνοβιομηχανιών όπου με παρακάλια προσπαθούσαν να πουλήσουν στην κατώτερη τιμή. Πλήρης απαξίωση της εργασίας και εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε το το 1964 ο τότε υπουργός Γεωργίας της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής έδωσε νέα πνοή στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Ο οργανισμός απέκτησε ενεργό ρόλο στην εμπορία και διακίνηση του καπνού και διασφάλιζε την τιμή της αγοραπωλησίας. Καθόριζε κατώτερη ικανοποιητική τιμή ασφαλείας για τον καπνό και οι αγρότες αισθάνθηκαν ασφάλεια. Δυστυχώς αυτό δεν κράτησε και πολύ. Μετά το 1968, άρχισε και η πολιτική ορισμού των κιλών που έπρεπε να παράγει ο κάθε αγρότης.
Επίλογος
Όμως
πλέον η οικονομική κατάσταση των αγροτών είχε φτάσει στο αρνητικότερο σημείο.
Έτσι ξεκίνησαν και οι μεταναστεύσεις κυρίως προς την Γερμανία. Οι περισσότεροι
της ηλικίας μου θα θυμούνται τους αποχωρισμούς των γονέων. Με την πάροδο των
ετών, η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε από την πλειοψηφία των συγχωριανών μας ,
αντικαταστάθηκε από την καλλιέργεια άλλων προϊόντων, (καλαμποκιού, τεύτλων και
ντομάτας κτλ) Σήμερα στο Στρυμονικό ελάχιστες οικογένειες καλλιεργούν τον
καπνό, που αποτελεί μια κοπιαστική ολόχρονη εργασία.
Λεξιλόγιο Καλλιέργειας Καπνού
Η συγκομιδή του καπνού αποτελούσε ίσως την κοπιαστικότερη φάση της καλλιέργειας του καπνού. Ξεκινούσε από τα χαράματα κάθε ημέρας, επειδή το σπάσιμο των φύλλων, απαιτούσε να γίνεται με υγροποιημένη τον κορμό τους, ώστε να είναι στητά και μόνο κατά την διάρκεια της ημέρας μπορούσε να επιτευχθεί και για ένα μικρό κομμάτι του πρωινού.
Όταν ο ήλιος προχωρούσε, τα φύλλα μαραίνονταν και η συγκομιδή ήταν ιδιαίτερα βασανιστική. Με την βοήθεια απλών φαναριών (με πετρέλαιο) ή των λεγόμενων Λουξ, που οι δυνατότητές τους ήταν απείρως μεγαλύτερες ξεκινούσαν μετά τα μεσάνυχτα οι αγρότες, με τα κάρα και αργότερα με τα τρακτέρ.
Ο κάμπος και οι λόφοι του Στρυμονικού φεγγοβολούσαν από το φως του φεγγαριού κάπου – κάπου ακούγονταν φωνές και οι γκρίνιες των παιδιών που δεν είχαν προλάβει να κοιμηθούν. Μόλις ο ήλιος έκαιγε, σταματούσε και το μάζεμα , φύλλο – φύλλο.
Η συγκομιδή δεν γίνονταν μονομιάς….αλλά σε ορισμένα στάδια ανάλογα με την ωρίμανση των φύλλων του καπνού, που οι καπνοκαλλιεργητές ονόμαζαν «χέρια» Άλλοι κάνανε τέσσερα και άλλοι πέντε όπως παρακάτω:
α. Τα πατόφυλλα, τα πρώτα φύλλα, αυτά που ήταν πιο κοντά στον «πάτο» του φυτού
β. το δεύτερο χέρι, ήταν η χαρά του καθενός, καθ΄ όσον ήταν τα μεγαλύτερα φύλλα, αυτά που σπάζονταν με ιδιαίτερη ευκολία, οι Θρακιώτες το λέγανε «μάννα»
γ.Το τρίτο χέρι απέδιδε την μεγαλύτερη ποσότητα (Κουβαλαμά)
δ. Ακολουθούσε το «ούτσαλντι», ως τέταρτο χέρι
ε. Τα «ούτσια» ή «ουτσάκι» που ήταν τα μικρότερα φύλλα, τα πιο φρέσκα, αυτά που έβγαιναν στην κορυφή και έδιναν το καλύτερο άρωμα.
Τα φύλλα αραδιάζονταν με επιμέλεια, στις γραμμές των φυτών και μόλις χάραζε, ένας από την οικογένεια, τα μάζευε και με επιμέλεια τα τοποθετούσε, στα τελάρα και στα κοφίνια.
Πολλοί έκαναν με το ξημέρωμα, μια στάση, ή το τραπέζι τους περίμενε στο σπίτι. προκειμένου να κολατσίσουν, όχι σπουδαία πράγματα, αλλά η φρέσκια ντομάτα, το σαλάμι, το χωριάτικο τυρί, καρπούζι και ψωμί, ήταν συνήθως οι μυρωδιές του έκρυβε ο μποξάς.
Άλλοτε χωρίς σταμάτημα και άλλοτε με παύσεις για να γίνουν κάποιες εκκρεμείς δουλειές, να πλυθούν τα χέρια για να φύγει το κολλημένο κατράμι, ακολουθούσε το βελόνιασμα, το «μπούρλιασμα» ή κατά τους Θρακιώτες το «ζίτεμα» Χρησιμοποιώντας, μικρές και μεγάλες βελόνες, περίπου μισού μέτρου, περνούσαν ένα- ένα τα φύλλα του καπνού από το κοτσάνι.
Μια εργασία που μπορούσε να διαρκέσει και ολόκληρη την ημέρα. Στην συνέχεια τα έφτιαχναν ράμματα (σαρίκια) με σπάγκους γύρω στα 2 μέτρα και τα κρεμούσαν σε ξύλινες τάβλες (ράμκες), ή βέργες, λιάστρες ή σκηνές. Τις μεγάλες σκηνές τις σκέπαζαν
με ειδικά νάιλον για την αποφυγή της κακοκαιρίας, ενώ οι βέργες και οι λιάστρες εύκολα μετακινούνταν. Τα κρεμασμένα φύλλα καπνού, στέγνωναν στον ήλιο, ξεραίνονταν σε τρεις- τέσσερις ημέρες .
Ένα από τα χαρακτηριστικά του βελονιάσματος ,
ήταν ο συναγωνισμός των οικογενειών (για καλαμπούρι συνήθως ) όσο αφορά το τελείωμα της ημερήσιας εργασίας, ή ο συναγωνισμός μεταξύ των παιδιών, όσο αφορά τις περισσότερες βελόνες ή σαρίκια. Βέβαια κάποια στοιχεία χάθηκαν με την εμφάνιση των ραπτικών μηχανών καπνού.
Αυτή η περίοδος της συγκομιδής, διαρκούσε μέχρι και το τέλος του Σεπτεμβρίου, αν και για πολλές οικογένειες η συγκομιδή έφτανε μέχρι και τα μέσα του Οκτώβρη.
To "Παστάλιασμα"
Όπως είπαμε και στο β΄ μέρος η συγκομιδή τελείωνε προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Όσα από τα καπνά, στέγνωναν στις λιάστρες, μαζεύονταν ανά έξι ή οκτώ σαρίκια και αφού τοποθετούνταν
σε τσιγκέλια, κρεμόντουσαν αρχικά στην κορυφή κάποιας αποθήκης. Κατά το τέλος του Οκτώβρη και μετά τις εορτές του Αη Δημήτρη, ξεκινούσε το «Παστάλιασμα.»
Και αυτή η περίοδος της καλλιέργειας του καπνού, ήταν κουραστική όμως είχε και τα πλεονεκτήματά της. Γινότανε, εντός αποθηκών ή μέσα στο σπίτι, δίπλα στην ζεστασιά κάποιας σόμπας. Και πάλι όμως η βρωμιά ήταν το κυρίαρχο στοιχείο.
Τα «σαρίκια» τα τοποθετούσαν, μέσα σε «κουί» υπόγειες κατασκευές μεγέθους μικρού δωματίου, κατάλληλα διαμορφωμένου. Εκεί μέσα τα ξεραμένα φύλλα, μαλάκωναν και σε δυο τρεις ημέρες ήταν έτοιμα για το «παστάλιασμα.»
Το «παστάλιασμα» ήταν ουσιαστικά το ξεδιάλεγμα των φύλλων, ένα – ένα, και η τοποθέτησή τους σε «παστάλια» (μικρά «ματσάκια» από φύλλα ) σε ειδική κάσα ώστε να γίνουν δέματα. Μια εργασία, που η ματιά του έμπειρου καπνοκαλλιεργητή, έφτανε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό φύλλο. Το «παστάλιασμα» διαρκούσε μέχρι και τις αρχές Φεβρουαρίου αν και πολλές οικογένειες κατέβαλαν ιδιαίτερη προσπάθεια να τελειώσουν πριν το πανηγύρι του Αγίου Αντωνίου στις 16 και 17 Ιανουαρίου στο Στρυμονικό.
Όπως γίνεται κατανοητό, μόλις ολοκληρώνονταν και η δεματοποίηση έφτανε η ώρα για την έναρξη της επόμενης καλλιέργειας.
Μια ολάκερη χρονιά γεμάτο κόπο, αϋπνίες, αγωνίες, προσευχές και παρέα με τον θεό. Η σωματική κούραση τεράστια και μόνο εάν κάποιος την έχει ζήσει μπορεί να καταλάβει.
Παράλληλα φυσικά ο αγρότης είχε και άλλες ασχολίες προκειμένου να κατορθώσει να ζήσει την οικογένειά και να σπουδάσει τα παιδιά του. Σιτάρι (προετοιμασία, σπορά, θερισμός, αλώνισμα κτλ) ζώα (τάισμα, άρμεγμα κτλ) ζαρζαβατικά (φύτεμα, καθημερινό πότισμα, κτλ) Ατελείωτη αλισβερίσι με την φύση, με την ίδια την ζωή. Σκαλισμένα πρόσωπα, δεν θάταν υπερβολή να λες ότι κάτω από το χαμόγελο έβλεπες ένα διαρκές παράπονο.
Και η αγωνία μεγάλωνε όταν ερχόταν η εποχή να διαπραγματευτεί την πώληση του κόπου του με την …….γλοιώδη και καλοστεκούμενη κάστα των εμπόρων. Αυτών που επιζητούσαν , να αγοράσουν με ελάχιστα χρήματα τον κόπο του. Ο αγρότης είχε να αντιμετωπίσει το καλά οργανωμένο σύστημά τους και τις μεθοδευμένες τους ενέργειες για χαμηλή αγορά. Ένας διαρκής τρόμος πάνω από τα χωριά (αυτό όμως στο Δ΄ και τελευταίο μέρος).
Όπως είπαμε και στο τρίτο μέρος της παρουσίασης, με το τέλος της δεματοποίησης, ο αγρότης ερχόταν σε επαφές με τους εμπόρους των καπνών, που όριζαν μέσα σε ένα ευρύτερο οικονομικό παιχνίδι τις τιμές. Καπνοβιομηχανίες, έμποροι, μεσάζοντες όλοι στις πλάτες του τελευταίου κρίκου. Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν ότι οι σκιές των εμπόρων πλάκωναν τον λόγο των αγροτών. Σαν μια οικονομική χούντα που κυκλοφορούσε την νύχτα. Είναι αλήθεια ότι οι έμποροι, τα βράδια πλησίαζαν τους αγρότες στα καφενεία. Οι υποσχέσεις για καλύτερες τιμές εκτός από την εξευτελιστική πρώτη τιμή, χάνονταν όσο περνούσαν ημέρες, ο καπνός έμενε απούλητος, η αγωνία κορυφώνονταν. Και όταν έφτανε ο πολυπόθητος καιρός πάντα ο αγρότης ήταν αδικημένος
Μέχρι και το 1963, τον έλεγχο των τιμών στην αγορά του καπνού είχαν αποκλειστικά οι έμποροι, οι οποίοι με την σοφή ματιά τους περνούσαν και βαθμολογούσαν τον καπνό στα δέματα και τον κατέτασσαν σε διάφορες κατηγορίες. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι αγρότες μετά την απόρριψη των καπνών τους, έτρεχαν στα γραφεία των εμπόρων και των καπνοβιομηχανιών όπου με παρακάλια προσπαθούσαν να πουλήσουν στην κατώτερη τιμή. Πλήρης απαξίωση της εργασίας και εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε το το 1964 ο τότε υπουργός Γεωργίας της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής έδωσε νέα πνοή στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Ο οργανισμός απέκτησε ενεργό ρόλο στην εμπορία και διακίνηση του καπνού και διασφάλιζε την τιμή της αγοραπωλησίας. Καθόριζε κατώτερη ικανοποιητική τιμή ασφαλείας για τον καπνό και οι αγρότες αισθάνθηκαν ασφάλεια. Δυστυχώς αυτό δεν κράτησε και πολύ. Μετά το 1968, άρχισε και η πολιτική ορισμού των κιλών που έπρεπε να παράγει ο κάθε αγρότης.
Λεξιλόγιο Καλλιέργειας Καπνού
· Βαγόνια: Ξύλινες κατασκευές για το άπλωμα των σαρικιών, ώστε να ξεραθούν τα βελονιασμένα φύλλα καπνού.
· Βελόνες: Μεγάλες αλουμινένιες βελόνες, με τις οποίες γινότανε το μπούρλιασμα. Υπήρχαν σε δύο μεγέθη.
· Κουί : Υπόγεια κατασκευή, μεγέθους δωματίου, συνήθες 4χ4 ή 4χ5 τ.μ με εσωτερική επένδυση από τσιμεντογωνίες για την αποθήκευση πριν το παστάλιασμα των σανταλιών ώστε αυτά να μαλακώνουν και να διευκολύνεται έτσι η διαδικασία.
· Κόπρισμα: Προσθήκη κοπριάς ζώων στους Χασλαμότοπους.
· Κατράμι: Η πίσσα ή νικοτίνη ή λέρα του καπνού που κολλούσε στα χέρια και στα ρούχα κατά την συγκομιδή του καπνού και το βελόνιαμα.
· Κοφίνια: μεγάλα καλάθια, από πλεγμένο ξύλο για την μεταφορά των σπασμένων φύλλων καπνού από το χωράφι στις αγροικίες.
· Κορφόκομα: Το κόψιμο των κορφάδων, του μέρους εκείνου του φυτού που είχε ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο του και είχε ανθίσει. Με το κορφόκομα γινότανε ουσιαστικά και η συγκομιδή σπόρων για την επόμενη χρονιά.
· Καπνοπούληση: Η περίοδος όπου το χωριό επισκεπτότανε μεσάζοντες, καπνέμποροι, προκειμένου να εκτιμήσουν την εργασία του καπνοκαλλιεργητή και να ορίσουν τις τιμές, τον τρόπο μεταφοράς και πληρωμής.
· Λιάστρες: Τετράγωνες ξύλινες κατασκευές για το άπλωμα των ραμάτων και την ξήρανση του καπνού
· Μπάρες και γκιόλες= Μεγάλοι λάκκοι σκαμμένος για συγκέντρωση νερού για πότισμα. Πολλές φορές οι λάκκοι αυτοί ήταν συνεχόμενοι και συνδέονταν με μικρά κανάλια.
· μουσιαμάδες = Καπνόπανα από καραβόπανο για προστασία από την βροχή των καπνών.
· ούτσια = Τα μικρά φύλλα της κορυφής της καπνόριζας που ήταν και καλύτερης ποιότητας από τα φύλλα του 1ου , 2ου ή και 3ου σταδίου συγκομιδής του καπνού
· ματσάκια: Πολλά ή λίγα φύλλα καπνού, τεριασμένα το ένα πάνω στο άλλο
· Μεταφύτευση: Το μάζεμα φυτών από τον χασλαμότοπο, από τα σανίδια και η μεταφύτευσή τους στα καπνοχώραφα.
· μπασκιά = Φυτευτήρια για το φύτευμα του καπνού
· μπούρλιασμα = Η εργασία κατά την οποία περνούσαν με το χέρι τα φύλλα καπνού σε ειδικές μεγάλες βελόνες.
· Ξεβοτάνισμα: Η εργασία κατά την οποία απομάκρυναν από τα σανίδια τα αγριόχορτα που πιθανόν να έκαναν ζημιά στα φυτά του καπνού.
· παστάλια = Τα μάτσα των ξερών φύλλων καπνού.
· παστάλιασμα = Η επεξεργασία των ξερών φύλλων καπνού, στοιβάζοντάς τα ίσια και τοποθετώντας τα σε πακέτα (μάτσα) και μετά σε δέματα για αποθήκευση μέχρι την πώλησή τους στους εμπόρους.
· Ποτιστήρι: Μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιούνταν γαι το πότισμα των φυτών στα σανίδια.
· ράμματα: Ενωμένοι τσιλιέδες όπου περνούσαν το μπουρλιασμένο καπνό για να το τοποθετήσουν στις λιάστρες ή στις τέντες για στέγνωμα.
· σανίδια : Μεγάλα υψωμένα σημεία από χώμα κατάλληλα δημιουργημένα σε σχήμα παραλληλόγραμμου, όπου μεγάλωναν τα φυτά πριν μεταφυτευτούν. Εκτός από το εύφορο χώμα απαραίτητη προϋπόθεση ήταν και το κόπρισμά τους.
· Σαντάλιασμα: Η διαδικασία δημιουργίας σανταλιών.
· σανταλιαστούν = Όταν ξεραίνονταν καλά έλυναν τα σχοινιά από τα σαρίκια και ανά έξι αρμαθιές τα ένωναν και τα έδεναν μαζί κάνοντας έτσι ένα σαντάλι το οποίο κρεμούσαν από το μεταλλικό τσιγκέλι.
· σαρίκια = Ξύλινες ράβδοι για το στερέωμα των φύλλων καπνού στα καπνόπανα
· σεντούκι: είδος ξύλινου καλουπιού στο οποίο έβαζαν τα πασταλιασμένα φύλλα και από εκεί έβγαζαν το καπνό σε μορφή δέματος
· σκάλες = Κατασκευές για το στέγνωμα του καπνού.
· Σκαλιστήρια: σύνολο εργαλείων ( Σκαλιστήρι, τσάπα, κασμάς, κτλ) που χρησιμοποιούνταν στο τσάπισμα των χωραφιών για την απομάκρυνση των αγριόχορτων
· τουρβάς = Ταγάρι για τη μεταφορά τροφίμων στο χωράφι
· τσιγκέλι: Μεταλλικό εξάρτημα για το κρέμασμα των σανταλιών
· Τσιλιέδες: σύνολο από σπάγγους δύο περίπου μέτρων ή στην απόσταση των σκαλών ή των βαγονιών.
· τσιούλια = Λινάτσες σε φαρδιές λωρίδες για την δεματοποίηση του καπνού.
· χαγιάτα =Χώροι - Αποθήκες για τις εργασίες του καπνού
· Χασλαμάς (-μάδες) = Μικρά φυτά καπνού για μεταφύτευση
· Χασλαμότοπος: Χωράφι για σπορά φυτών καπνού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου