Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η τελευταία ξύλινη γέφυρα του ξεροπόταμου (ρέματος) του Στρυμονικού

 

Η τσιμεντένια γέφυρα στο Στρυμονικό Σερρών όπως όλοι ξέρουμε κατασκευάστηκε το 1952. Όμως, πως διάβαιναν το ρέμα (ξεροπόταμος) της κοινότητας τα προηγούμενα χρόνια, οι κάτοικοι της; Υπήρχε κάποια πρόχειρη κατασκευή; Κάποια ίσως ξύλινη γέφυρα; Ή όταν το ρέμα γέμιζε με νερό και ήταν αδιάβατος ο ξεροπόταμος, οι κάτοικοι του Όρλιακου περίμεναν υπομονετικά να καταλαγιάσει η ορμητικότητα του;  Φυσικά και υπήρχαν ξύλινες γέφυρες, πριν χτιστεί η τσιμεντένια, κατασκευασμένες πολλά χρόνια πριν, πολλές δεκαετίες ίσως και αιώνες. Για έναν πολύ απλό λόγο. Το ρεύμα προϋπήρχε των ανθρώπων, των κατοίκων του Στρυμονικού. Εκεί το βρήκαν, στη νέα τους πατρίδα! Και χρειάστηκε, απαιτήθηκε από τις ανάγκες της καθημερινότητας, η δημιουργία, κατασκευή ενός οποιουδήποτε μέσου που να ενώνει τις δύο περιοχές εκατέρωθεν του ρέματος!

Οι φωτογραφίες προέρχονται από την ιστοσελίδα: http://eliaserver.elia.org.gr όπου ανήκουν και τα 
πνευματικά δικαιώματα. Χρησιμοποιούνται μόνο και μόνο για την ανάδειξη του θέματος. 

Ας δούμε όμως το θέμα πιο αναλυτικά.

   Αν και οι επίσημες κρατικές καταγραφές της εποχής εστιάζουν κυρίως στο τεχνικό ή διοικητικό κομμάτι των υποδομών και κυρίως στην κατασκευή της τσιμεντένιας γέφυρας το 1952 και εντεύθεν, η προφορική παράδοση και κάποιες αόριστες πληροφορίες συγχωριανών αναδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους ένας πρόσφυγας, κάτοικος του Όρλιακου, ανέλαβε ή πρωτοστάτησε στην κατασκευή μιας ξύλινης γέφυρας πάνω από το ρέμα της κοινότητας.

Η ανάγκη για επιβίωση και η ένωση των δύο «μαχαλάδων»



Μετά το 1922, στο Στρυμονικό εγκαταστάθηκαν πολλές οικογένειες προσφύγων (κυρίως Θρακιώτες, Μικρασιάτες και Πόντιοι). Το χωριό πάντα ήταν χωρισμένο στα δύο από έναν ορμητικό ξεροπόταμο, ειδικά την περίοδο του Φθινοπώρου και του Χειμώνα, όπου οι συχνές βροχές δημιουργούσαν συνθήκες πρωτόγνωρες στο ρέμα. Το νερό που κατέβαινε από τα γύρω βουνά προκαλούσε δέος και φόβο. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Αποκλεισμός Αν υπήρχε κάποιου είδους ξύλινη κατασκευή, χωρίς την κατάλληλη γερή και στέρεη βάση, αυτή θα παρασυρόταν από τα ορμητικά νερά του ρέματος και θα καταστρεφόταν. Η καταστροφή της πρόχειρης ξύλινης γέφυρας ή μιας κατασκευής ανάλογης, σήμαινε ότι το χωριό κοβόταν στη μέση. Οι ντόπιοι κάτοικοι αλλά και οι πρόσφυγες που έμεναν στον έναν μαχαλά δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα κτήματά τους, στην αγορά, στο σχολείο ή στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου που βρισκόταν στην άλλη πλευρά, αλλά και να επικοινωνούν μεταξύ τους οι κάτοικοι.

 Γιατί την ξύλινη γέφυρα την κατασκεύασε πρόσφυγας;

 Οδηγούμαστε σε αυτή την σκέψη, που γίνεται ερώτημα καθώς διαβάζουμε σε αρχεία της εποχής πως περισσότερες παρόμοιες περιπτώσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας (δεκαετίες του 20-50), η εμπλοκή ενός συγκεκριμένου πρόσφυγα στην κατασκευή οφειλόταν σε τρεις βασικούς λόγους:

 α. Τάμα και Ευγνωμοσύνη (Η επικρατέστερη τοπική εκδοχή): Το Στρυμονικό είναι στενά συνδεδεμένο με τον Πολιούχο του, Άγιο Αντώνιο, ο οποίος θεωρείται θαυματουργός. Η τοπική παράδοση του χωριού έχει βαθιές ρίζες σε αναθήματα και δωρεές (ακόμα και από την Τουρκοκρατία, όταν ένας Τούρκος δώρισε το οικόπεδο του ναού επειδή γιατρεύτηκε η γυναίκα του). Πολλοί πρόσφυγες που κατάφεραν να ριζώσουν, να επιβιώσουν από τις κακουχίες του ξεριζωμού και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και να προκόψουν οικονομικά, προχωρούσαν σε μικρά έργα κοινής ωφέλειας ή δωρεές, ως «τάμα» ή ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την κοινωνία που τους υποδέχτηκε.

β. Η τεχνογνωσία και η εργολαβία: Πολλοί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, είχαν εξαιρετικές γνώσεις στη χτίση και στα δημόσια έργα. Ένας πρόσφυγας εργολάβος ή ένας πολύ καλός τεχνίτης της περιοχής, σίγουρα ανέλαβε το έργο, συχνά βάζοντας προσωπική εργασία ή καλύπτοντας μέρος των εξόδων από  έρανος, (το πιθανότερο μέσω της Εκκλησίας) καθώς το επίσημο κράτος τότε ήταν οικονομικά εξουθενωμένο από τον Εμφύλιο Πόλεμο και αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει άμεσα επαρχιακές γέφυρες.

γ. Η κοινωνική αποδοχή: Για την πρώτη γενιά των προσφύγων, η προσφορά ενός τόσο ζωτικού έργου για το χωριό ήταν ο απόλυτος τρόπος να εδραιώσουν τη θέση τους στην τοπική κοινωνία, ενώνοντας οριστικά τους «ντόπιους» και τους «προσφυγικούς» μαχαλάδες, παρά τις όποιες κοινωνικό-οικονομικές διαφορές που υπήρχαν και δημιουργούνταν σχετικές συγκρούσεις.

 

παλιά ξύλινη γέφυρα ποταμού Στρυμόνα

Η  πληροφορία λοιπόν ότι την ξύλινη γέφυρα στο Στρυμονικό Σερρών, το έτος 1922, την κατασκεύασε πρόσφυγας είναι ιστορικά αληθοφανής και εναρμονίζεται απόλυτα με την πραγματικότητα της εποχής εκείνης στη Μακεδονία και πιο συγκεκριμένα για τον Ν. Σερρών, όπου αναφερόμαστε. Αν εξετάσουμε δε το χρονικό πλαίσιο και τις συνθήκες της περιόδου μεταξύ του 1922 (Μικρασιατική Καταστροφή) και του 1952 (έτος κατασκευής της τσιμεντένιας γέφυρας), η πληροφορία αυτή στηρίζεται σε πολύ στέρεα ιστορικά δεδομένα:

α. Το Στρυμονικό ήταν κατεξοχήν προσφυγικό χωριό. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, στο Στρυμονικό (το τότε Όρλιακο) εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές οικογένειες Θρακιωτών, Μικρασιατών και Ποντίων. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν τον δικό τους «μαχαλά», την δική τους γειτονιά και είχαν άμεση ανάγκη να συνδεθούν με το υπόλοιπο χωριό για να επιβιώσουν.

β. Η έλλειψη κρατικής μέριμνας (Αυτοσχέδιες υποδομές). Τις δεκαετίες 1920 1940, το ελληνικό κράτος ήταν χρεοκοπημένο και αδυνατούσε να κατασκευάσει μόνιμες υποδομές (όπως τσιμεντένιες ή πέτρινες γέφυρες) σε κάθε επαρχιακό χωριό. Προσπαθούσε να συνταχθεί οικονομικά. Οι ντόπιοι κάτοικοι και οι πρόσφυγες έπρεπε να βρουν άμεσες, πρακτικές λύσεις μόνοι τους. Οι ξύλινες γέφυρες ήταν η απόλυτη λύση της εποχής: κατασκευάζονταν γρήγορα, με τοπική ξυλεία και προσωπική εργασία (προσωρινές κατασκευές και αγγαρεία των κατοίκων). Αυτή η γνώση δεν σημαίνει ότι δεν χτίζονταν πέτρινα γεφύρια ανά την Ελλάδα. Το αντίθετο. Εδώ αναφερόμαστε στην πραγματικότητα του Ν. Σερρών. 

γ. Η τεχνογνωσία των προσφύγων. Οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, έφεραν μαζί τους υψηλή τεχνογνωσία σε τεχνικά επαγγέλματα, τη χτίση και την ξυλουργική. Ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο ένας έμπειρος πρόσφυγας τεχνίτης ή πρωτομάστορας να αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να στήσει μια ξύλινη γέφυρα, επιστρατεύοντας τους συγχωριανούς του, προκειμένου να σταματήσει ο αποκλεισμός του προσφυγικού μαχαλά κατά τις χειμερινές πλημμύρες, από την υπόλοιπη κοινότητα. 

Στο παρακάτω κείμενο, πιθανόν να υπάρχουν στοιχεία μυθοπλασίας, απαραίτητα για την ολοκλήρωση της δικής μου «έρευνας»


Ας δούμε λοιπόν, μετά την παραπάνω «φιλοσοφική» ανάλυση περί κατασκευής της ξύλινης γέφυρας και τους λόγους που ανάγκαζαν την κατασκευή της, από που έλαβα την πληροφορία για την γέφυρα που προϋπήρχε (πρίν το 1952) στο Όρλιακο (Στρυμονικό). Η πληροφορία προήλθε από την συγχωριανή κα Αγαθή Γιολτζίδου. Η «μαρτυρία» της απογόνου δεν είναι απλώς μια αληθοφανής οικογενειακή ιστορία, αλλά μια ιστορία με βαθύτερη κοινωνική προσφορά.

 Η ετυμολογία του επιθέτου: Το επώνυμο Γιολτζίδης προέρχεται από την τουρκική λέξη yolcu (γιολτζού), η οποία σημαίνει «οδοιπόρος», «ταξιδιώτης» ή «αυτός που φτιάχνει / ανοίγει δρόμους». Στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, τα επώνυμα δίνονταν πολύ συχνά με βάση το επάγγελμα ή μια χαρακτηριστική ιδιότητα του γενάρχη της οικογένειας. Προέκυψε λοιπόν για μένα το ερώτημα εάν άνθρωπος με το επώνυμο «Γιολτζίδης» (άνθρωπος των δρόμων/των περασμάτων) ανέλαβε να κατασκευάσει τη γέφυρα που ένωνε το οδικό δίκτυο του χωριού.

Και στη συνέχεια έρχεται η επόμενη πληροφορία ότι στη κατασκευή μιας ξύλινης γέφυρας στο Όρλιακο πριν το 1952, αναφέρεται το όνομα του Ιωακείμ Τυριακίδη του Ιωάννη, ο οποίος έφτασε στο Στρυμονικό το 1922 και δικαιώνει απόλυτα την προφορική παράδοση της οικογένειας της κας Αγαθής Γιολτζίδου και φωτίζει το προσφυγικό παρελθόν της περιοχής.

Η ταυτότητα του δημιουργού: Ο Ιωακείμ Τυριακίδης ήταν ένας από τους εκατοντάδες πρόσφυγες που έφτασαν εξαθλιωμένοι το 1922 στο τότε Όρλιακο, κουβαλώντας όμως μαζί τους την τέχνη και το πείσμα για μια νέα αρχή. Η σύνδεση των ονομάτων: Ο Ιωακείμ Τυριακίδης είναι ο παππούς (από την πλευρά της μητέρας) της κας Αγαθής Γιολτζίδου. Είναι απόλυτα φυσικό η ιστορία να διασώθηκε από τη μητέρα της προς την ίδια, κρατώντας ζωντανό το όνομα του ανθρώπου που «γεφύρωσε» το χωριό.

Το επώνυμο «Τυριακίδης»: Το επίθετο αυτό έχει βαθιές ρίζες στην περιοχή του Πόντου ή της Μικράς Ασίας (συχνά συνδέεται με περιοχές όπως η Τύρολοη/Τυρολόη της Θράκης ή καταγωγή από συγκεκριμένες εστίες της Ανατολής). Οι άνθρωποι αυτοί φημίζονταν για την εργατικότητα και τις τεχνικές τους δεξιότητες.

Γιατί η ξύλινη γέφυρα θα ήταν ένα έργο ζωής για τον Ιωακείμ; Όταν ο Ιωακείμ εγκαταστάθηκε στο Στρυμονικό το 1922, το χωριό προσπαθούσε να ενσωματώσει τους πρόσφυγες.

Η καθημερινή μάχη με τον ξεροπόταμο: Χωρίς υποδομές, οι πρόσφυγες που έχτιζαν τα σπίτια τους στον νέο μαχαλά κινδύνευαν σε κάθε νεροποντή.

Η πρωτοβουλία: Ως άνδρας της πρώτης γενιάς προσφύγων, ο Ιωακείμ Τυριακίδης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Κατασκευάζοντας την ξύλινη γέφυρα, δεν έφτιαξε απλώς ένα πέρασμα· εξασφάλισε ότι τα παιδιά του (και μετέπειτα η μητέρα της κας Αγαθής) θα μπορούσαν να πηγαίνουν με ασφάλεια στο σχολείο και την εκκλησία χωρίς να αποκλείονται από το υπόλοιπο χωριό.

Πώς η ξύλινη γέφυρα οδήγησε στην τσιμεντένια του 1952;  Η ξύλινη γέφυρα του Ιωακείμ Τυριακίδη ήταν αυτή που κράτησε το χωριό ενωμένο για 30 ολόκληρα χρόνια (1922–1952), βγάζοντας το Στρυμονικό ασπροπρόσωπο μέσα από τη δύσκολη δεκαετία του '30, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όταν πλέον το ξύλο παραδόθηκε στη φθορά του χρόνου, το κράτος ή η κοινότητα πάτησε πάνω στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχε επιλέξει και γεφυρώσει ο Ιωακείμ Τυριακίδης, για να χτίσει την τσιμεντένια γέφυρα το 1952.Η μαρτυρία αυτή είναι πολύτιμη. Διασώζει το όνομα ενός αφανή ήρωα της καθημερινότητας, του Ιωακείμ Τυριακίδη, που με μια ξύλινη γέφυρα βοήθησε να ριζώσει η προσφυγιά στο Στρυμονικό Σερρών.


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Η μεγάλη ληστεία στο Στρυμονικό Σερρών... γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

 




Στις 11 Δεκεμβρίου του 1924 στην περιοχή του Στρυμονικού Σερρών
(Όρλιακο ονομαζότανε μέχρι και τo 1927) σημειώνεται μία από τις μεγαλύτερες ληστείες της εποχής εκείνης με λεία πάνω από 200.000 δραχμές. Ήταν ένα από τα πλέον εντυπωσιακά χτυπήματα ληστειών που σημειώθηκαν ποτέ.


Δράστες είναι:
• ο Δημήτριος (Μήτρος) Τζατζάς (επικεφαλής της ομάδας)*
• ο Δημήτριος Μπουρλής,
• ο Σπύρος Γκανάτσιος ή Γκάτσιος,
• ο Βασίλης Μπούτος ή Μπότσαρος

oι οποίοι με τις οδηγίες του Δημητρίου Τζατζά σταμάτησαν στην επαρχιακή οδό Στρυμονικού – Θεσσαλονίκης πέντε (5) αυτοκίνητα και κατόρθωσαν ανενόχλητοι να ληστέψουν τους επιβαίνοντες σε αυτά


Πιο συγκεκριμένα
ο προαναφερόμενος λήσταρχος με τους συνεργάτες του, πλήρως ενήμεροι για την αυτοκινητοπομπή, έκλεισαν το πρωί της ημέρας με συρματόπλεγμα την οδό και ακινητοποίησαν τα αμάξια, στα οποία επέβαιναν επιφανείς έμποροι καπνού,, άλλοι επαγγελματίες ιατροί και μέλη των οικογενειών τους, συνολικά είκοσι εννέα (29) άτομα. Τα αυτοκίνητα είχαν ξεκινήσει από την Νιγρίτα με προορισμό την πόλη της Θες/νίκης. Οι ληστές διάλεξαν ένα ανηφορικό σημείο όπου τα αυτοκίνητα μείωναν ταχύτητα. Διάλεξε μια στροφή με μικρή ορατότητα, έστησε το συρματόπλεγμα κόβοντας τον δρόμο στα δύο. Το ύψος των τιμαλφή αλλά και των χρημάτων που κλάπηκαν ανήρχετο στο υπέρογκο για την εποχή εκείνη ποσό των 200.000 δραχμών. Οι ληστές άδειασαν τα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων και ανενόχλητοι διέφυγαν προς την γύρω περιοχή. Μέσω της Δοιράνης έφτασαν στην Σερβία όπου σύμφωνα με τον ιστορικό βρήκαν καταφύγιο σε γνωστούς τους ληστοτρόφους. Είναι γνωστό ότι η οικογένεια του Τζατζά διέμενε στο Μοναστήρι μια κωμόπολη κοντά στα Σκόπια. Στην Σερβία προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο για να ξεχαστεί το γεγονός και να καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, αγόρασαν ορισμένα αιγοπρόβατα και προσπάθησαν να ζήσουν για λίγο διάστημα ως κτηνοτρόφοι. Οι επιβάτες των αυτοκινήτων μετά την ληστεία κατόρθωσαν και έφτασαν στην κωμόπολη του Λαγκαδά και ύστερα στην Θεσσαλονίκη όπου και κατήγγειλαν το γεγονός. Η τότε χωροφυλακή ξεκίνησε μια τεράστια επιχείρηση για τον εντοπισμό των ληστών, τόσο στον κάμπο των Σερρών, στην Κοινότητα του Όρλιακο και των παρακείμενων χωριών, όπως και στο όρος Μπέλλες χωρίς όμως αποτελέσματα. Στην επιχείρηση εντοπισμού βοηθούσε και ο στρατός ξηράς με αποσπάσματα στρατιωτών. Η όλη προσπάθεια τους επικεντρώθηκε στο κλείσιμο των στενών της Κρέσνας προκειμένου να αποκλείσουν τους δρόμους διαφυγής προς τα σύνορα. Όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα οι ληστές κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να φτάσουν στην Σερβία από την λίμνη της Δοιράνης.


  Σύμφωνα με τον γιατρό Τζηρίδη, ο οποίος επέβαινε σε ένα από τα πέντε αυτοκίνητα και ήταν ένας εκ των ληστευθέντων, ο επικεφαλής των ληστών «έφερε γαλλικόν στρατιωτικόν μανδύαν γαλάζιου χρώματος, δύο σταυρωτές τελαμώνες που κρατούσαν και συνεκράτουν επί της μέσης του μεγάλην φυσιογγιοθήκην πλήρη φυσιγγίων και εις τας χείρας του εκράτει βουλγαρικόν όπλον μάνλιχερ»

Ένα μήνα αργότερα, τον Ιανουάριο του 1925, οι ληστοτρόφοι κατέδωσαν του ληστές και οι Σερβικές αρχές τους συνέλαβαν και τους παρέδωσαν στις Ελληνικές αστυνομικές αρχές (Φλώρινας), εκτός από τον Βασίλη Μπούτο που καθ΄ οδόν προς την πόλη του Μοναστηρίου κατόρθωσε να δραπετεύσει. Φέρεται ιστορικά ότι ανθυπομοίραρχος Φλωρίνης Στεφανάκης συνόδευσε σιδηροδέσμιους και μέχρι τις φυλακές του Γεντί Κουλέ τους ληστές. Τον Μάρτιο του 1925 ο Δημήτριος Τζατζάς κατόρθωσε σε συνεργασία με τον Δημήτριο Μπουρλή γνωστός με το παρατσούκλι «γερο-Σκοτίδας»,να δραπετεύσει από τις φυλακές πηδώντας από ύψος 8 μέτρων. Στην προσπάθεια αυτή ο ίδιος χρησιμοποίησε και μια ομπρέλα ως ….αερόστατο, ενώ ο φίλος του τραυματίστηκε βαριά, χτυπώντας στην σπονδυλική στήλη. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο Δημήτριος Τζατζάς τον κουβάλησε με τους ώμους του μέχρι και το δάσος του Σέιχ Σου όπου και τον εγκατέλειψε σε παρακείμενο ρέμα, για να τον βρουν αργότερα οι χωροφύλακες που τους κυνηγούσαν. Τελικά η σύλληψη από τις καταδιωκτικές αρχές του Δημητρίου Μπουρλή πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου 1925. Όλοι τους θα καθίσουν στο εδώλιο του Γ΄ Διαρκούς Στρατοδικείου της Θεσσαλονίκης (πλην του Δημήτριου Τζατζά) και θα δικαστούν με αυστηρότητα και με συνοπτικές διαδικασίες.

 Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη:
  • Ο Δημήτριος Μπουρλής καταδικάστηκε σε θάνατο και η απόφαση εκτελέστηκε ύστερα από λίγες ημέρες.
  • Ο Σπύρος Γκανάτσιος ή Γκάτσιος καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά
  • Ο Νικόλαος Κοζάρας* (άλλος ληστής της εποχής) απαλλάχτηκε λόγω αμφιβολιών, στην συμμετοχή του στην ληστεία(;).
Βιβλιογραφία:
  1. Βικιπαίδεια
2. Βασίλη Τζανακάρη «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν»-Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2002.
Σημειώσεις

• Ο Δημήτριος Τζατζάς, γεννήθηκε το 1888. Κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας το 1914 (σε ηλικία 26 χρονών) δεν του δόθηκε άδεια για να φροντίσει τα της κηδείας του αδελφού του που πέθανε στις φυλακές, λιποτάκτησε και ξεκίνησε την δράση του ως ληστής. Αρχικά ως ζωοκλέφτης. Το 1917 παραδόθηκε προκειμένου να του δοθεί χάρη αλλά κατέληξε στις φυλακές της Λάρισας από τις οποίες δραπέτευσε ξεκινώντας εκ νέου δράση ως ληστής. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για την απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη το 1929 στη Θεσσαλία. ήταν επικηρυγμένος για 700.000 δρχ., σκοτώθηκε σε συμπλοκή με καταδιωκτικά αποσπάσματα στις 23 Μαρτίου του 1930, κοντά στο χωριό Ελάτεια λίγο έξω από την Λάρισα.
• ο Νικόλαος Κοζάρας δεν αναφέρεται συγκεκριμένα  ότι συμμετείχε στην ληστεία αλλά δικάστηκε και καταδικάστηκε στην ίδια δίκη

και 

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Το χρονικό της γέφυρας του Στρυμονικού /Δημήτριος Γκόγκας

 Κατασκευάστηκε  το έτος 1952



Με διάφορες επιδιορθώσεις μέχρι και 

την 1η Αυγ 2018 όταν και κατεδαφίστηκε 

είχε κατασκευαστεί και μικρή γέφυρα 

αποκλειστικά για τους πεζούς.

**

 Κατεδαφίστηκε την 1η εβδομάδα του Αυγούστου 2013 

(1-7 Αυγούστου 2013)χωρίς να υπάρχει εναλλακτική λύση για την σύνδεση των δύο οικισμών πλην των τσιμεντο-γεφυρών που όταν έβρεχε δεν ήσαν διαβατές! 



Ύστερα από 5 χρόνια στις 12 Ιουλ 2018 εγκαινιάστηκε η νέα γέφυρα. Μέχρι το χρονικό αυτό σημείο, οι κάτοικοι υπέστησαν απίστευτη ταλαιπωρία, ειδικά οι ηλικιωμένοι. 



Η νέα γέφυρα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι αποτελεί κατασκευαστικό στολίδι για  την Κοινότητα. 










Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Εικονοστάσια στα σπίτια του Στρυμονικού

 γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας 

     

Στην ανάρτηση αυτή δεν θα αναφερθούμε στην προέλευση των εικονοστασίων στα σπίτια των κατοίκων του Στρυμονικού, εξάλλου αυτή η συνήθεια έχει να κάνει με την βαθειά ελληνορθόδοξη παράδοση. Μαζί λοιπόν με την εγκατάσταση των κατοίκων στους πρόποδες του Κορφοβουνίου, μεταφέρθηκαν ανάμεσα σε όλα τα υπάρχοντα και τα μικρά εικονοστάσια, όπου έπαιρναν ανάσες οι άγιοι, στέκονταν και καρτερούσαν τους αγώνες των ανθρώπων για επιβίωση.
   Τα εικονοστάσια λοιπόν, οι στάσεις των εικόνων, τα μικρά στασίδια των αγίων, τοποθετούνταν στις ανατολικές γωνίες του κάθε σπιτιού, (για να προσεύχονται οι πιστοί προς την ανατολή),στα πλευρά της εισόδου, άλλες φορές στην κουζίνα και τις περισσότερες στο μικρό προθάλαμο πριν από την σάλα ή την κρεβατοκάμαρα.
    Κατασκευάζονταν από ξύλο, σε τριγωνική μορφή για να μπορούν να προσαρμόζονται εύκολα στις γωνίες των σπιτιών, χωρίς αυτό να αποκλείει και οποιαδήποτε άλλη μορφή ή κατασκευή. Στο πατρικό σπίτι στο Στρυμονικό ακόμα υπάρχει εικονοστάσι με τζάμι και πόρτα, σκαλισμένο με εικόνες από αμπέλια και σταφύλια. Στην κορυφή υπάρχει εσοχή για να κρεμιέται το καντήλι, ενώ στις δύο άκρες του κρεμαστάρια για να αγκιλώνεται σε καρφιά στον τοίχο. Ο ξύλινος σταυρός πάντα στην κορυφή του εικονοστασίου.
   

Οι νοικοκυρές φρόντιζαν για τον καλοπισμό του, τοποθετώντας κάποιο άσπρο πανί ή κέντημα, εικόνες
  του Χριστού και της Παναγίας, και φυσικά των Αγίων του σπιτιού, των Αγίων που ταυτίζονταν με τα ονόματα που συναντούσαμε μέσα στα σπίτια. Του Αγίου Αντωνίου, Δημητρίου κτλ. Στο εικονοστάσι υπήρχαν και τα στέφανα του γάμου, των παπούδων!
  Στο εικονοστάσι μπορούσαμε να δούμε φυλαχτά, λουλούδια αποξυραμένα από την εκκλησία, συνήθως μετά τον επιτάφιο, βαγια, κόκκινα αυγά για την καλοτυχία, κάποιο τάμα της οικογένειας κ.α. Όσα εικονοστάσια δεν είχαν υποδοχή για καντήλι, (που σχεδόν πάντα ήταν αναμμένο),  οι νοικοκυρές έβαζαν ένα μικρό ποτήρι πάνω από ένα πιατάκι του καφέ και το γέμιζαν με τις συνήθεις αναλογίες. 2/3 νερό και 1/3 καλό λάδι γιατί αυτό ήταν το σωστό. Δίπλα αφήνανε τα φυτιλάκια, τα σπίρτα για να τα βρίσκουν εύκολα, ενώ υπήρχε ακόμα το θυμιατό, τα καρβουνάκια και το θυμίαμα. Κατά τις ημέρες του Πάσχα, αφήνανε  και ένα μαύρο πανί ή μαύρο τσεμπέρι, δείγμα πένθους.

Προς γνώση των αναγνωστών επισημαίνω ότι τα εικονοστάσια κατανέμονται σε 3 κατηγορίες:

α. Το Τέμπλο του Ιερού Ναού
β. Το Οικιακό Εικονοστάσι στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω 
γ. Τα Εικονοστάσια των Δρόμων (Προσκυνητάρια)

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Η Ιστορία του Γυμνασίου Στρυμονικού Σερρών / Δημήτριος Γκόγκας

       


Το Γυμνάσιο Στρυμονικού ιδρύθηκε και λειτούργησε κατά το σχολικό έτος 1964/65 ως παράρτημα του 1ου Γυμνασίου Σερρών. Πρωταρχικός στόχος ήταν να καλυφθούν οι  ανάγκες φοίτησης μαθητών του Στρυμονικού και των γειτονικών χωριών. Αρχικά το Γυμνάσιο στεγαζόταν σε ενοικιαζόμενο κτίριο επί του κεντρικού δρόμου της Κοινότητας που είχε λειτουργήσει  ως ιδιωτικό Γυμνάσιο από το 1959.

    Το 1972 έγινε ανεξάρτητο 6τάξιο Γυμνάσιο, ενώ το 1976, όταν τα 6τάξια Γυμνάσια διαχωρίστηκαν σε Γυμνάσια και Λύκεια, άρχισε η πορεία του 3τάξιου Γυμνασίου Στρυμονικού.
    Το Σεπτέμβριο του 1980 το Γυμνάσιο του Στρυμονικού στεγάστηκε σε νέο σύγχρονο σχολικό κτίριο.
    Το 2011 έγινε η συγχώνευση του Γυμνασίου Στρυμονικού με το Γυμνάσιο Προβατά, οπότε το μαθητικό δυναμικό σχεδόν διπλασιάστηκε.
 
πηγή: http://www.gymstrym.gr/about-us/
http://strimoniko.blogspot.com.cy/2010/05/blog-post_7537.html

Η τελευταία ξύλινη γέφυρα του ξεροπόταμου (ρέματος) του Στρυμονικού

  Η τσιμεντένια γέφυρα στο Στρυμονικό Σερρών όπως όλοι ξέρουμε κατασκευάστηκε το 1952. Όμως, πως διάβαιναν το ρέμα (ξεροπόταμος) της κοινότη...

Αναγνώστες