Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΞΕΡΩ ΕΝΑΝ ΤΟΠΟ (Στρυμονικό Σερρών) /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ



Ξέρω ένα τόπο που ανεμώνες ανθίζουν,
κάπου ψηλά στο στερνό μεσοστράτι.
Τα μάτια μιας μάνας που σαν γέρνει δακρύζουν.
Μοναξιά ο αγέρας. Ειν΄ δικοί μου θανάτοι,
 
του πρωινού οι σταγόνες (σαν ανοίγει την βρύση)
που ραντίζουν το  χώμα. Μυρωδιά του βρεγμένου.
Ανατέλλει ο ήλιος να στεγνώσει την Δύση,
σαν σεντόνι μιας νύφης στα πλευρά του ανέμου.
 
Α! μην ξεχάσω: Μες στο βάζο οι ανεμώνες,
κόκκινες- κόκκινες σαν του αίματος χρώμα.
«Μας τελειώνουν» μας είπες κάποια μέρα «οι Χειμώνες»
Μα το χιόνι σκεπάζει τις καρδιές μας ακόμα.
 
Ξέρω ένα τόπο, που στη μέση του ρέει,
ένα ρέμα. Καράβια δεν δένουν σιμά του.
Σαν ο ήλιος προβάλλει το κορμάκι του καίει,
σαν τα στάχυα σκορπίζουν τα θολά όνειρά του.
 
Προχωράει το βήμα, στων ανθρώπων την σκόνη,
πριν να φύγουν κοιτάνε το ωραίο τους σπίτι.
Χελιδόνια που χτίσαν  φωλιές στης γωνιάς την αγχόνη,
σπουργιτάκια που βρήκανε ήλιο, στο βαθύ του φεγγίτη.
 
Ξέρω ένα τόπο, σε πλατάνια ζωσμένο,
κάποιων φίλων τα χέρια ακόμα να καίνε.
Ένα ψεύτικο δένδρο στην  πλατεία στημένο,
ψάχνουν να βρούνε αλήθειες, μόνο εκείνοι που φταίνε.
 
Με τα χνώτα ασθμαίνουν, δεν ζεσταίνουν τα χέρια.
Κάθε βράδυ στην πρέφα στα χλωμά καφενεία.
Από τόπους σε τόπο μεταφέρουν μαχαίρια,
μια στο χώμα και βγήκαν  μυγδαλιές στα σχολεία.
 

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Στρυμονικό Σερρών: Η ιστορία της Κοινότητας από τον Δημήτριο Γκόγκα

 




Το 1000- 1100 μ.χ η αστάθεια στην  Δυτική Μακεδονία, αναγκάζει 20 – 25 οικογένειες να εγκαταλείψουν την περιοχή του όρους Όρλιακα των Γρεβενών, το Μέτσοβο  και παίρνοντας τον δρόμο προς τον βορρά, ύστερα από μια στάση, που χρονικά δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, στην Καρατζόβα της Αριδαίας, να φτάσουν στην περιοχή του Κορφοβουνίου (Σιβρί) όπου δημιουργούν τον πρώτο τους οικισμό, δίνοντας και το όνομα της γενέθλιας περιοχής: Όρλιακο. Η ορεινή τοποθεσία, προφανώς επιλέχτηκε, λόγω των ασχολιών τους στην κτηνοτροφία. Με τον καιρό, οι ανάγκες μεγάλωναν και αναγκάστηκαν να κατέβουν στην πεδινή περιοχή, όπου το έδαφος και κάμπος τους έδινε την δυνατότητα να παράγουν και γεωργικά προϊόντα.
Το 1204 μ.χ η περιοχή πέρασε στα χέρια των φράγκων και παρέμεινε μέχρι και το 1230, οπότε την κατέλαβαν οι Βούλγαροι. 
Το 1245 οι Βυζαντινοί υπό την εξουσία των Παλαιολόγων ανακαταλαμβάνουν την πόλη των Σερρών και την γύρω περιοχή. 
Μέχρι και το 1300-1320 μ.χ  οι κάτοικοι δεν είχαν να αντιμετωπίσουν άλλους σοβαρούς  κινδύνους, ώσπου οι Τούρκοι  στην προσπάθεια τους να καταλάβουν το Βυζάντιο, κατακτούν την περιοχή και εγκαθίστανται στο χωριό, δημιουργώντας ένα ακόμα τσιφλίκι. Εκεί παραμένουν μέχρι και το 1878- 1880, όπου οι Τούρκοι αποφασίζουν να πουλήσουν το Τσιφλίκι στον Έλληνα Γεώργιο Χατζηγεωργίου. Σημαντική είναι η προσπάθεια του Γεωργίου Χατζηγεωργίου να αλλάξει την αναλογία του πληθυσμού στο Όρλιακο και στρέφεται για τον σκοπό αυτό σε όμορες κοινότητες όπως αυτή της Μαγκριώτισσας (Τουρμπέσι ή Τουλμπέσι) με σκοπό να προσελκύσει άλλους Έλληνες, δίνοντας κυρίως οικονομικά κίνητρα (εργασία και αργότερα γη)  Τα κατορθώνει και σε λίγα χρόνια οι Έλληνες αποτελούν την πλειονότητα. Ο πληθυσμός της Κοινότητας  στο τέλος του 19ου αιώνα αγγίζει τους 1000 κατοίκους. Το 1909 περίπου, ο Χατζηγεωργίου Γεώργιος, στην δύση πλέον της ζωής του και για ανεξακρίβωτους λόγους, αποφασίζει και πουλά το τσιφλίκι στους ντόπιους ακτήμονες- γεωργούς και κτηνοτρόφους.



Το 1913, το χωριό όπως και όλη η περιοχή καταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους. Οι κάτοικοι συμμετέχουν στην μάχη του Λαχανά, στην οποία νίκησαν τους βουλγάρους. Την επόμενη χρονιά 1914, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, η περιοχή αποτελούσε μέρος του θεάτρου επιχειρήσεων και της πρώτης γραμμής του μετώπου. Την Διοίκηση των συμμαχικών δυνάμεων είχε ο Γάλλλος στρατηγός Φος. Οι κάτοικοι της Κοινότητας, πλην ελαχίστων, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το χωριό για την ασφάλειά τους, μετακινούνται στην περιοχή της Ξυλούπολης και του Λαγκαδά, για να επιστρέψουν με το τέλος του πολέμου το 1918.
Στις 28 Δεκ 1919 αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος η κοινότητα με την ονομασία Όρλιακο και η σύστασή του επισημοποιείται με το υπ αριθμ: ΦΕΚ 2Α - 04/01/1920. Για την δημιουργία την κοινότητας απαιτήθηκε η συνένωση και άλλων οικισμών. Το Όρλιακο πλέον (1007 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 1920) αποτελείται από:
·       Όρλιακο: 669 κάτ.
·       Τσακαρλή ( Τσακιρλή) : 10 κάτ.
·       Γενή Μαχαλέ: 38 κάτ.
·       Σαλτικλή : 180 κάτ.
·       Σιβρή: 110 κάτ. 

(οι παραπάνω οικισμοί προσαρτήθηκαν  με το υπ αριθμ:ΦΕΚ 2Α - 04/01/1920)
Το 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν όλοι οι Τούρκοι από το χωριό και εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, Πόντο (50-60 οικογένειες) (ακριβείς περιοχές από τις οποίες προήλθαν: Τραπεζούντα, Σαμψούντα, Σμύρνη, Ζίγδη και Κιουτάχεια) και Ανατολική Ρωμυλία και Δυτική Θράκη. ( Κοινότητα Κωστί). Ο πληθυσμός του Οικισμού Όρλιακο αγγίζει τους 911 κατοίκους και η Κοινότητα τους 1249 κατ.  

Στις 14/01/1927 με το υπ΄αριθμ: ΦΕΚ 7Α στην Κοινότητα του Όρλιακο προσαρτάται ο οικισμός του Κορφοβουνίου  ενώ  ο οικισμός Σαλτικλή μετονομάζεται σε Καλό Κάστρο (Καλόκαστρο). Παράλληλα καταργούνται οι οικισμοί στην περιοχή Σιβρί και Γενή Μαχαλέ. Πέντε περίπου μήνε αργότερα την 7 Μαίου 1920, ο οικισμός Καλό Κάστρο (Καλόκαστρο) αποσπάται και δημιουργείται ξεχωριστή Κοινότητα, ενώ ο οικισμός του Κορφοβουνίου συμπληρώνει τις αποσπάσεις και προσαρτάται στην Κοινότητα του Καλού Κάστρου (Καλοκάστρου)
Στις 30 Αυγ 1927 αλλάζει η ονομασία του Όρλιακου  σε Στρυμονικό (ή Στρυμωνινό) σύμφωνα με το υπ΄ αριθμ: 179/ΦΕΚ. Η Κοινότητα συνεχίζει να παραμένει γνωστή με το πρώτη της όνομα ( Όρλιακο) το 1936-1937 με την άνοδο του Μεταξά στην εξουσία ήρθε διαταγή στο χωριό για να χρησιμοποιείται πλέον αμετάκλητα η νέα ονομασία: Στρυμονικό (λόγω της γειτνίασής του με τον ποταμό Στρυμόνα) 

Το όνομα Στρυμω(ο)νικό οφείλεται στον  τότε γραμματέα της κοινότητας, Πασχάλη Παπαγεωργίου

Ο πληθυσμός σταθεροποιείται στους 1238 κατοίκους.

Στις  16 Μαίου 1928 ο οικισμός Τσακαρλή ή Τσακιρλή καταργείται
Στις 3-4-1930 η κοινότητα εντάχθηκε στην επαρχία Σερρών εκ της επαρχίας Βισαλτίας
Στις αρχές του Β΄ παγκοσμίου πολέμου κάτοικοι επιστρατεύονται και συμμετέχουν ενεργά. Το Στρυμονικό λόγω της θέσης του την περιοχή, γίνεται έδρα του Στρατηγείου με διοικητή τον Δέδε, επιτελάρχες τον Στεργιόπουλο και τον συνταγματάρχη Πάζη.
Η Γερμανική κατοχή στην χωριό ξεκίνησε την 6 Απριλίου του 1941, μετά από ατυχή μάχη στην τοποθεσία Μπέλλες. Οι Γερμανοί στις 9 Σεπτεμβρίου του 1942  σκοτώνουν 9 κατοίκους και καίνε δύο σπίτια, επειδή σε μία από τις τακτικές εφόδους ανακαλύπτουν πολεμικό υλικό φυλαγμένο σε αμπάρια. 

 Παράλληλα στα πλαίσια των Διοικητικών μεταρυθμίσεων την 23/07/1942 η Κοινότητα υπάγεται από την Επαρχία Σερρών του Νομού, στην Επαρχία Βισαλτίας του Νομού Θεσσαλονίκης με το υπ εριθμ: ΦΕΚ 185Α για να επιστρέχει στον Νομό Σερρών και στην επαρχία Βισαλτίας λίγους μήνες αργότερα την 14/11/1942 (ΦΕΚ 292Α). 

Τον Οκτώβριο του 1944 το χωριό απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς, καταλήφθηκε όμως από την οργάνωση ΕΛ.Α.Σ που είχε ξεκινήσει δράση στα γύρω βουνά σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς την τότε κυβέρνηση. Μια κατάληψη που διήρκησε μέχρι το Μάιο του 1945.
Με την είσοδο του ΕΛ.Α.Σ στο χωριό οι κάτοικοι αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν δύο άτομα από το χωριό : ο Χρήστος Φράντζας και ο Πασχάλης Βέλκος. 

 Στις 08/02/1946 (ΦΕΚ 29Α )η κοινότητα υπάγεται από την Επαρχία Βισαλτίας του Νομού, στην Επαρχία Σερρών του Νομού Σερρών

Το 1949 έπαψε να ενεργεί ο ΕΛ.Α.Σ και από το 1950 και μετά το χωριό ζεί ειρηνικά. 
Ο πληθυσμός

1940: 1238 κάτοικοι
1951 : 1647 κάτοικοι
1961 : 1911 κάτοικοι.
1971 : 1342 κάτοικοι
1981 : 1111 κάτοικοι
1991 : 1152 κάτοικοι
2001 : 1645 κάτοικοι

και ως Δήμος Στρυμονικού: 4532 κάτοικοι

Το 4 Δεκ 1997 με την  Νόμο "" Καποδίστριας"" γίνεται Δήμος και περιλαμβάνει τα χωριά και τους οικισμούς:
·       Στρυμονικό,
·       Ζευγολατειό,
·        Λιβαδοχώρι,
·       Τριάδα,
·       Χείμαρος,
·       Βαρυκό,
·       Κεφαλοχώρι
·        Καλόκαστρο.
Από 1-1-2011 και με τον νέο νόμο ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, εντάσσεται ως Δημοτικό διαμέρισμα, στον νέο Διευρυμένο Δήμο της Ηράκλειας Σερρών



Παρατήρηση: η Αρχαιολογική σκαπάνη έχει ανακαλύψει  στη θέση «Καλές» στο Στρυμονικό,  υπολείμματα κάστρου στην κορυφή οχυρού υψώματος που βρίσκεται τρία περίπου χλμ. δυτικά –νοτιοδυτικά του σύγχρονου οικισμού. Σώζεται σε μερικά σημεία η οχύρωση σε μεγάλο ύψος. Τα επιφανειακά ευρήματα είναι κυρίως ρωμαϊκών χρόνων. Η ανακάλυψη αυτή υποδηλώνει την ύπαρξη οικισμών πολύ πριν την ημερομηνία κατά την οποία ο Ιστορικός τοποθετεί την γέννηση του Στρυμονικού. Επίσης έχει ανακαλυφθεί και σώζεται μέχρι και τις μέρες μας φυσικό οχυρό ύψωμα, ένα χλμ. περίπου νοτιοανατολικά του σύγχρονου χωιού και στη θέση «Καστρί» στο Στρυμονικό, σημείο συνέχειας της Ιστορίας της περιοχής από τα ρωμαικά μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια.


Παραπομπές: 


  1. Διοικητική Εξέλιξη. Δήμος Στρυμονικού.
  2. Διοικητικές μεταβολές / ΟΤΑ - Στρυμονικό Σερρών. Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης.
  3. Πρόγραμμα Καλλικράτης - ΦΕΚ Α87 της 07/06/2010
  4. ΠΑΣ Στρυμών Στρυμονικού. ΕΠΣ Σερρών.
  5. Ιστορία Συλλόγου. Πολιτιστικός Αθλητικός Σύλλογος Στρυμών Στρυμονικού.
  6. Σκοπευτικός Όμιλος Στρυμονικού Κένταυρος.
  7. Στρυμονικό Σερρών. Δήμος Στρυμονικού 
  8. http://strimoniko.gr

Ξεχασμένη Ιστορία από το Στρυμονικό Σερρών / Δημήτριος Γκόγκας

 το ακουτε και ως τραγουδι: https://suno.com/song/92e2522b-71cb-4e85-b3e2-3ca5c18466e2


Θυμάμαι  μια ιστορία απ΄ το Στρυμονικό
θα την θυμάται κάποιος θα σας τη πω κι εγώ.
 
Ζούσε μια γυναίκα σ ΄ένα φτωχόσπιτο
με τη γιαγιά της μέσα κι ένα παλιόσκυλο
Κάθε που ΄πεφτε νύχτα, έβγαινε στην αυλή
φορώντας μια ζακέτα και γέλιο σαν πληγή.
 
Κοίταζαν οι γειτόνοι και τα μικρά παιδιά
γελούσανε μαζί της, της κάναν συντροφιά.
Περνούσανε οι χρόνοι πέρασε κι ο χιονιάς
πλησίαζαν να σβήσουν κι οι χρόνοι της γιαγιάς.
 
Οι συγγενείς θέλησαν να τη παντρέψουνε
τη πίκρα απ΄ τα χείλη να της γιατρέψουνε.
Ο γάμος νύχτα εγίνει μ΄ ένα καλό παιδί
διστακτικά της δίνει ένα γλυκό φιλί.
 
Το νυφικό της βγάζει και πάει να κοιμηθεί.
Το παλληκάρι θέλεις άνδρας της να γενεί.
Εκείνη τρομαγμένη τη μοίρα της κλωτσά
το μεσοφόρι βάνει γυρνά στη γειτονιά.
 
Το νυφικό χτενάκι βγάζει απ΄ τα μαλλιά
και πέφτει στην αγκάλη π΄ ανοίγει η γιαγιά.
Κόρη της μηνούσαν γύρνα στο πλάι του
και γίνε η αγάπη και το φεγγάρι του.
 
Μα κείνη ντροπιασμένη πίσω δεν γύρισε
ένα νεκρό λουλούδι μονάχα μύρισε.
Χωμένη στη ζακέτα και πότε στους λυγμούς
το βλέμμα της χανόταν στους αναστεναγμούς.
 
Κάποιοι είπαν την είδαν σκυφτά να περπατά
στους δρόμους τις πλατείες και τα ψηλά βουνά.
‘Άλλοι την αντίκρισαν στο φως των αστεριών
κι άλλοι τη βρήκαν μέσα στους ήχους των ψαλμών.
 
Κι όσοι θα με ρωτάτε  για το καλό παιδί
κι αυτό μονάχο εχάθη σαν να ΄ταν αστραπή.

Μοναχική γυναίκα ( στο Στρυμονικό Σερρών) / Δημήτριος Γκόγκας

 



Γυρνά μαυροντυμένη απ΄ το χωράφι,
κοιτάζει γύρω μήπως και χαθεί.
Να μην ξεχάσει, έβαλε στο ράφι,
λίγο ψωμί που έχει ξεραθεί.
 
Μονάχη κόβει το σεντόνι και το ράβει
κάτω απ΄ το φως του άδειου φεγγαριού!
Στο στήθος της μια πεθυμιά ανάβει
χαμένου έρωτα και παραμυθιού.
 
Δεν την χωρά ο τόπος και ο χρόνος.
Φίλος της μονάχα είν΄ ο πόνος!
 
Τα βράδια στέκεται στο εικονοστάσι,
μονολογεί κι η μοίρα την γροικά.
Στον ουρανό της κάνει μία στάση,
μα το ταβάνι πέφτει την νικά.
 
Κι ένας Ιούδας έξω από το σπίτι,
ρίχνει το δίχτυ στον αποσπερίτη!
 
Κάποτε μόνη κάθεται και κλαίει
κι άλλοτε στάχτες ρίχνει στην αυλή.
Ρίχνει στις γάτες φαγητό που καίει.
Ζει στον παράδεισο της μοναχή.
 
Κι ένα καράβι που την περιμένει
Έρχεται – φεύγει η ρότα του σβησμένη!
 
 η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο: https://www.google.com/search?sca_esv=a5f19cfa0813df82&sxsrf=AE3TifPCJRBCvZrpAhl1Kxlz0aXMImit1g:1749495314301&q=%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%83%CF%84%CE%BF+%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BF&udm=2&fbs=AIIjpHykEaRAOpFwQDW3xJb4ymd8xqxvG-U9qFh1g0DWB7mXYS7uLJQXUH9QBEw-lIc9zBDuPAl86hQAucuAA4f3TEP9gzj2bQ9c6oS_6FtbwtxP53tJFONcZv72PA7eGHQXLijzTkyqQmIQzjQ6KbsiP0Xna9itpxb-cGg-a-KgqKwVv-KkUERfYKbaxRgZAc0lX2Lm6QxcJXv2Xmil2qMuP0qQ5WYAnJcdJTKKnxHL_ziFdgczKUw&sa=X&ved=2ahUKEwjN3vr1geWNAxXLcKQEHdDrIX0QtKgLegQIEhAB&biw=1280&bih=551&dpr=1.5#vhid=wu6y21ezH4k5DM&vssid=mosaic

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Προσεγγίζοντας τον μύθο : "Οι 5 χαλκάδες στο Πέγκο"

 


 
 
 γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας
 
 

Αφορμή για την παρούσα εργασία ήταν μία ερώτηση της συγχωριανής (από το Στρυμονικό Σερρών) κα. Αγαθής Γιολτζίδου. Η κα Αγαθή με ρώτησε εάν γνώριζα τον μύθο των 5 χαλκάδων στην περιοχή του Πέγκου. Μύθος που λαμβάνει χώρα κατά την γερμανική κατοχή της περιοχής την περίοδο από το 1940-1945.  Επειδή δεν είχα καμία γνώση για τον μύθο αυτό ή για κάτι σχετικό με τον μύθο αυτό, θεώρησα σωστό ότι θα έπρεπε να ανατρέξω σε βιβλία και σχετικές σελίδες είτε του διαδικτύου είτε όχι προκειμένου να εντοπίσω κάποια στοιχεία.
Έτσι λοιπόν κατέληξα στα παρακάτω κάνοντας πάντοτε μικρά βήματα, ξεκινώντας από την πιο απλή ερώτηση:
 
1.    Τι σημαίνει χαλκάς;
 
           Η λέξη «χαλκάς» έχει τις περισσότερες φορές διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με τα συμφραζόμενα:
 
          α. Κυριολεκτικά: Είναι μεταλλικός κρίκος ή δαχτυλίδι, συνήθως από σίδερο ή χαλκό. Χρησιμοποιείται κυρίως για να στερεώνει ή να συνδέει κάτι — π.χ. ο χαλκάς της αλυσίδας, ο χαλκάς στη μύτη του ζώου (όπως στους ταύρους ή τα γουρούνια).
          β. Μεταφορικά: Μπορεί να σημαίνει δέσιμο, υποδούλωση ή εξάρτηση. Π.χ. έβαλε χαλκά στον λαιμό του = έγινε υποχείριος ή δέσμιος κάποιου. Έγινε δούλος, υποζύγιο!
          γ. Λαϊκά / ιστορικά: Ο «χαλκάς» ήταν και τεχνίτης που δούλευε χαλκό, δηλαδή χαλκουργός.
 
 
2.    Ετυμολογία της λέξης
 

α. Η λέξη χαλκάς προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «χαλκός», το γνωστό μέταλλο. που σήμαινε «ορείχαλκος, μέταλλο, χαλκός». Το επίθημα -άς χρησιμοποιείται για να δηλώσει άνθρωπο που σχετίζεται με κάτι ή αντικείμενο που έχει σχέση με αυτό.

Έτσι, «χαλκάς» αρχικά σήμαινε «αυτός που δουλεύει τον χαλκό» (δηλαδή ο χαλκουργός), και στη συνέχεια η λέξη πήρε και τη σημασία του μεταλλικού κρίκου από το ίδιο υλικό.

 Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι: χαλκάς = χαλκός + -άς → «αυτός που έχει σχέση με τον χαλκό» → χαλκουργός → μεταλλικός κρίκος.

          β. κρίκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρίκος [ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης *(s)ker- (λυγίζω) ]

για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anneaux

         γ. [<τουρκ. halka "δαχτυλίδι"].
 
3.    Χρήσεις  των χαλκάδων
 
α Πρακτική
  Οι χαλκάδες ήταν συνηθισμένο εξάρτημα των πορτών στις αγροικίες και στα σπίτια των πόλεων. Έπαιζαν ρόλο χειρολαβής ή «κουδουνιού»: οι επισκέπτες χτυπούσαν τη βαριά ξύλινη πόρτα με τον χαλκά για να ειδοποιήσουν τους μέσα. Ήταν συνήθως χαλκοί ή σιδερένιοι, συχνά χειροποίητοι από τοπικούς σιδηρουργούς ή χαλκουργούς. Στην Κατοχή, λόγω της έλλειψης πρώτων υλών, πολλοί χαλκάδες λιώθηκαν για να χρησιμοποιηθεί το μέταλλο (π.χ. για βλήματα, φυσίγγια ή οικιακές ανάγκες).
          β. Συμβολική
            Παράλληλα όμως, ο χαλκάς δεν ήταν απλώς αντικείμενο — είχε συμβολικό βάρος στη λαϊκή πίστη: Ο χαλκός θεωρούνταν προστατευτικό μέταλλο· «δένει» το κακό, δεν αφήνει τα κακά πνεύματα να περάσουν την πόρτα. Γι’ αυτό πολλοί τοποθετούσαν χαλκάδες σε σχήμα ζώου (π.χ. λιονταριού, λύκου) — για να «φοβίζει» τα πνεύματα και το κακό μάτι.
 
Σε μερικά χωριά της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, όταν γεννιόταν παιδί ή έφευγε άντρας στον πόλεμο, έδεναν μια κορδέλα ή φυλαχτό στον χαλκά της πόρτας — «για να μην περάσει το κακό στο σπίτι».
         γ. Κατά την Κατοχή και τον πόλεμο
            Την περίοδο 1940-1945, οι χαλκάδες έγιναν σύμβολο αντίστασης και μνήμης: Οι γυναίκες που περίμεναν τους άντρες τους από το μέτωπο «κρεμούσαν μαντήλι ή σταυρό στον χαλκά», σαν υπόσχεση ότι θα τους περιμένουν. Υπάρχουν μαρτυρίες (κυρίως από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία) ότι οι χαλκάδες στις πόρτες «σημάδευαν» σπίτια που προστάτευαν αντάρτες ή έκρυβαν τρόφιμα. Έβαζαν, π.χ., τον χαλκά στραμμένο ανάποδα για να δηλώσουν «είναι ασφαλές» ή «όχι ασφαλές».
        δ. Μετά τον πόλεμο
           Με τη σταδιακή αστικοποίηση, οι χαλκάδες άρχισαν να αντικαθίστανται από σύγχρονα πόμολα, μα σε πολλά παλιά σπίτια της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των Σερρών σώζονται ακόμα και οι παλιοί λένε:«Μην τον βγάζεις τον χαλκά· φυλάει το σπίτι.»
 
 
4.    Χαλκουργοί, τεχνίτες χαλκού στον Ν. Σερρών την περίοδο 1940-1945
 
Αναζητώντας κυρίως στο διαδίκτυο δεν κατάφερα Δεν κατάφερα να εντοπίσω καταγεγραμμένη με σαφήνεια πληροφορία που να επιβεβαιώνει ότι υπήρχαν επαγγελματίες χαλκουργοί (τυπικά τεχνίτες του χαλκού) στον Νομός Σερρών την περίοδο 1940-1945.
 
 
5.    Υπαρκτοί μύθοι περί χαλκάδων ή χαλκουργών σε διάφορα μέρη της Ελλάδας!
 
           Συγκεκριμένος πανελλήνιος μύθος αποκλειστικά για χαλκάδες ή χαλκουργούς, δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως αρκετές μυθικές και λαϊκές αναφορές που σχετίζονται με τη δουλειά του χαλκού και τους τεχνίτες του μετάλλου, που συνδέθηκαν με μαγικές, μυστικές ή μυστηριακές ιδιότητες.
 
           α. Οι αρχαίοι «τεχνίτες του χαλκού»
               Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο χαλκός θεωρούνταν ιερό μέταλλο, συνδεδεμένο με:
(1)  τον Ήφαιστο, θεό της φωτιάς και της μεταλλουργίας, που έφτιαχνε τα όπλα των θεών και των ηρώων.
(2)  τους Δάκτυλους του Ίδη και τους Κουρήτες, μυστηριώδεις μεταλλουργούς της Κρήτης και της Φρυγίας, που λέγεται πως δίδαξαν στους ανθρώπους την τέχνη του χαλκού.
Αυτοί θεωρούνται και οι πρωταρχικοί «χαλκουργοί» του μύθου.
 
             β. Ο χαλκός ως προστατευτικό μέταλλο
               Στη λαϊκή πίστη και παράδοση, ο χαλκός είχε αποτροπαϊκή δύναμη — απωθούσε το κακό. Για τον λόγο αυτό: έβαζαν χαλκάδες (μεταλλικούς κρίκους ή αντικείμενα) στα ζώα ή στις πόρτες των σπιτιών, πιστεύοντας ότι το «χαλκωμένο» αντικείμενο δεν το πιάνει το κακό μάτι.
          γ. Οι χαλκουργοί ως «μάστορες της φωτιάς»
              Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας (ιδίως στη Μακεδονία, την Ήπειρο και την Πελοπόννησο), οι χαλκουργοί ή «γανωματήδες» είχαν τη φήμη ανθρώπων μυστηριωδών, γιατί δούλευαν με φωτιά και μέταλλο, πράγματα που η λαϊκή φαντασία συνδέει με μαγεία και μεταστοιχείωση. Κάποιες παραδόσεις και λαϊκές αφηγήσεις αναφέρουν ότι «ο χαλκουργός ξέρει να μεταμορφώνει τη γη σε ασήμι» — δηλαδή ότι κατέχει κρυφή γνώση. Την εποχή του 1940-1945, υπήρχαν «γανωματήδες» που γυρνούσαν τα χωριά, όπως και στο Στρυμονικό Σερρών, προκειμένου να γυαλίσουν τα παλιά «τσίγκινα» ή χάλκινα σκεύη των νοικοκυριών, έναντι φυσικά αμοιβής!
        
          δ. Το «χαλκούν», ο «χαλκάς» στις παροιμίες του λαού.
              (1) «Χαλκούν φωνή» = δυνατή, καθαρή φωνή (όπως ο ήχος του χαλκού).
              (2) «Του ’βαλε χαλκά» = τον έδεσε, τον υπέταξε, τον υποδούλωσε μεταφορική χρήση με ρίζα στη δουλειά των χαλκάδων.
 
6.    Λαϊκοί μύθοι ή παραμύθια όπου εμφανίζεται χαλκουργός ή αντικείμενο από χαλκό (π.χ. ο χαλκός της νύμφης, ο χαλκός του Ήφαιστου κ.ά.).
 
          α. Ο Ήφαιστος και οι Χάλκινοι Δούλοι του (Αθήνα – Λήμνος)
              Ο θεός Ήφαιστος, προστάτης των χαλκουργών, λέγεται πως κατασκεύασε στο εργαστήρι του κάτω από τη Λήμνο χάλκινους δούλους, μηχανικά τερατόμορφα όντα, που υπάκουαν στις εντολές του. Ήταν όρθιοι, φτιαγμένοι από καθαρό χαλκό, κι εκτελούσαν τις δευτερεύουσες δουλειές του σιδηρουργείου. Ο μύθος αυτός θεωρείται και η πρώτη αναφορά σε «ανδροειδή» στη μυθολογία, και δείχνει πώς ο τεχνίτης του χαλκού είχε κάτι θεϊκό και απρόσιτο.
         β. Ο Τάλως, ο Χάλκινος Φύλακας της Κρήτης
             Ο Τάλως ήταν ένας γιγάντιος δαιδαλώδης γίγαντας άνδρας από χαλκό, που έφτιαξε ο Ήφαιστος (σε άλλες σχετικές αναφορές  ο Δαίδαλος) για να φυλάει την Κρήτη. Περιπολούσε γύρω από το νησί τρεις φορές τη μέρα και πετούσε πύρινες πέτρες σε όποιο πλοίο πλησίαζε.
Είχε στις φλέβες του λιωμένο κασσίτερο αντί για αίμα, και πέθανε όταν η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, του έβγαλε το χάλκινο καρφί που τον κρατούσε ζωντανό.
Ο Τάλως είναι ο πιο διάσημος «χάλκινος άνθρωπος» της ελληνικής παράδοσης.
        γ. Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι (Κρήτη – Φρυγία)
            Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι ήταν μυστηριώδεις σιδηρουργοί και χαλκουργοί που ζούσαν στο όρος Ίδη. Πίστευαν ότι αυτοί ανακάλυψαν τη φωτιά, την τήξη των μετάλλων, και τη μαγεία της μεταλλουργίας. Στην παράδοση θεωρούνται ημίθεοι-μάγοι: με τη φωτιά τους έφτιαχναν όπλα αλλά και ξόρκια. Η τέχνη τους θεωρούνταν τόσο αρχαία, που συχνά τους συνδέουν με τις ρίζες του ελληνικού πολιτισμού.
      δ. Ο λαϊκός μύθος του “Χαλκουργού της τύχης” (Ήπειρος, προφορική παράδοση)
          Σε παραδόσεις, λαϊκές αφηγήσεις  της Ηπείρου (καταγεγραμμένες κατά τον 19ο αιώνα) αναφέρεται ο «χαλκουργός της τύχης», ένας τεχνίτης που μπορούσε να φτιάξει χάλκινο δαχτυλίδι που έφερνε τύχη σε όποιον το φορούσε. Αν όμως ο κάτοχος του δακτυλιδιού γινόταν άπληστος, το δαχτυλίδι σκουριάζε και έκαιγε το δέρμα του. (σύμβολο ότι ο χαλκός «μισεί» την απληστία. Ο μύθος αυτός θεωρείται υπόλειμμα αρχαίας ηθικής διδαχής, που πέρασε στη χριστιανική λαϊκή παράδοση.
       ε. Τα “χαλκωμένα” αντικείμενα στη μαγεία και στη λαογραφία
           Στην ύπαιθρο, ιδίως σε ορισμένες περιοχές στη Θράκη και τη Μακεδονία, υπήρχε πίστη ότι χαλκωμένο αντικείμενο (π.χ. δοχείο, σταυρός, κρίκος) δεν πιάνει το κακό. Ο τεχνίτης που το «χάλκωνε» έπρεπε να λέει ευχές ή ψαλμούς, προκειμένου να ενισχυθεί αυτή η πεποίθηση.
 
7.    Εμπνευσμένος μύθος από τις παραδόσεις και τις λαϊκές αφηγήσεις!
 
            Ο Τελευταίος Χαλκουργός της Ελλάδας
 
           Παλιά, στα χρόνια που οι άνθρωποι μιλούσαν με τα αγέρωχα βουνά και τα ορμητικά ποτάμια είχαν φωνή, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό της Μακεδονίας, κοντά στο όρος Σιβρί,  ένας γέροντας χαλκουργός, ο κυρ-Αντώνης. Το εργαστήρι του ήταν στην περιοχή του Πέγκου, μια απρόσιτη περιοχή σε πολλούς,  γεμάτη από βελανιδιές, οξιές και πεύκα. Σιμά, ένας ξεροπόταμος, λίμναζε τα νερά του. Το σφυρί του είχε ήχο που θύμιζε καμπάνα, και κάθε φορά που χτυπούσε το μέταλλο, έμοιαζε να τραγουδάει μαζί του ολόκληρο το χωριό. Ο κόσμος έλεγε πως το χέρι του δεν ήταν απλό, ήταν θεϊκό καθώς το ’χε ευλογήσει ο θεός Ήφαιστος, όταν επισκέφτηκε την περιοχή της Μακεδονίας. Μπορούσε να φτιάξει χαλκό που δεν μαύριζε ποτέ, κρίκο που δεν λύγιζε και φλόγα που δε σβηνόταν απ’ τον δυνατό άνεμο.
Όμως ο γέρος δεν περηφανευόταν· έλεγε μονάχα:
«Ο χαλκός είναι σαν τον άνθρωπο, αν δεν τον ζεστάνεις με απέραντη αμόλυντη αγάπη, δεν πλάθεται.»
Μια μέρα ήρθε στο χωριό ένας όμορφος νέος ξένος, ντυμένος στα μαύρα.
Ζήτησε από τον κυρ-Αντώνη να του φτιάξει ένα χάλκινο δαχτυλίδι που να φέρνει τύχη.
Ο γέρος του απάντησε: «Η τύχη δεν σφυρηλατείται, παιδί μου, χαρίζεται μονάχα σ’ όσους έχουν καθαρή καρδιά.»
Μα ο νέος επέμενε.
Έβαλε το χέρι του στη τσέπη και  του ’δωσε μια χούφτα χρυσά νομίσματα . Ύστερα έφυγε, αφήνοντάς τον κυρ- Αντώνη σκεφτικό.
 
      Ο κυρ-Αντώνης ξενύχτησε μπροστά στη άσβεστη φωτιά. Έλιωσε τον χαλκό, ψιθύρισε ευχές, κι έπλασε ένα δαχτυλίδι που λαμποκοπούσε σαν ανατολή. Μα την ώρα που το βύθισε στο νερό να κρυώσει, άκουσε μέσα από τον ατμό μια φωνή να λέει:
«Ό,τι φτιάχνεις με απληστία, θα καεί με φωτιά.»
          Την άλλη μέρα ο νέος φόρεσε το δαχτυλίδι και χάθηκε. Καιρό μετά έμαθαν πως είχε γίνει πλούσιος, άπληστος και άπονος, ώσπου μια νύχτα βρέθηκε νεκρός, κι ο χαλκός είχε καεί πάνω στο δάχτυλό του.
           Ο γέρος χαλκουργός τότε κατάλαβε πως το μέταλλο είχε ψυχή, και πως ο θεός Ήφαιστος τού ’χε δώσει δώρο αλλά και ευθύνη μαζί.
Έσβησε τη φωτιά στο καμίνι του, έθαψε το σφυρί του κάτω από το ψηλότερο κυπαρίσσι και είπε: «Η τέχνη του χαλκού πρέπει να ξεκουραστεί ώσπου να ξαναβρεθεί χέρι τίμιο να την κρατήσει.»
 
           Κι από τότε, λένε, όταν φυσάει ο άνεμος πάνω από τα παλιό εργαστήρι του Κυρ - Αντώνη, ακούγεται αχνά ένα ρυθμικό «τάκ-τάκ» σαν από σφυρί που δε λέει να σιωπήσει.
Λένε πως είναι ο κυρ-Αντώνης που δουλεύει ακόμα, κάπου ανάμεσα στους καπνούς και στα όνειρα, φτιάχνοντας τον επόμενο χαλκό της καρδιάς.

ΞΕΡΩ ΕΝΑΝ ΤΟΠΟ (Στρυμονικό Σερρών) /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

https://suno.com/song/8e2821ac-f249-4418-bf1a-f3a060530bca Ξέρω ένα τόπο που ανεμώνες ανθίζουν, κάπου ψηλά στο στερνό μεσοστράτι. Τα μάτια μ...

Αναγνώστες