Η τσιμεντένια γέφυρα
στο Στρυμονικό Σερρών όπως όλοι ξέρουμε κατασκευάστηκε το 1952. Όμως, πως
διάβαιναν το ρέμα (ξεροπόταμος) της κοινότητας τα προηγούμενα χρόνια, οι
κάτοικοι της; Υπήρχε κάποια πρόχειρη κατασκευή; Κάποια ίσως ξύλινη γέφυρα; Ή
όταν το ρέμα γέμιζε με νερό και ήταν αδιάβατος ο ξεροπόταμος, οι κάτοικοι του
Όρλιακου περίμεναν υπομονετικά να καταλαγιάσει η ορμητικότητα του; Φυσικά και υπήρχαν ξύλινες γέφυρες, πριν
χτιστεί η τσιμεντένια, κατασκευασμένες πολλά χρόνια πριν, πολλές δεκαετίες ίσως
και αιώνες. Για έναν πολύ απλό λόγο. Το ρεύμα προϋπήρχε των ανθρώπων, των
κατοίκων του Στρυμονικού. Εκεί το βρήκαν, στη νέα τους πατρίδα! Και χρειάστηκε,
απαιτήθηκε από τις ανάγκες της καθημερινότητας, η δημιουργία, κατασκευή ενός οποιουδήποτε
μέσου που να ενώνει τις δύο περιοχές εκατέρωθεν του ρέματος!
|
Οι φωτογραφίες προέρχονται από την
ιστοσελίδα: http://eliaserver.elia.org.gr όπου ανήκουν και τα
πνευματικά δικαιώματα. Χρησιμοποιούνται μόνο και μόνο για την ανάδειξη του θέματος. |
Ας δούμε όμως το θέμα
πιο αναλυτικά.
Αν και οι επίσημες κρατικές καταγραφές της
εποχής εστιάζουν κυρίως στο τεχνικό ή διοικητικό κομμάτι των υποδομών και κυρίως
στην κατασκευή της τσιμεντένιας γέφυρας το 1952 και εντεύθεν, η προφορική
παράδοση και κάποιες αόριστες πληροφορίες συγχωριανών αναδεικνύουν τους λόγους για
τους οποίους ένας πρόσφυγας, κάτοικος του Όρλιακου, ανέλαβε ή πρωτοστάτησε στην
κατασκευή μιας ξύλινης γέφυρας πάνω από το ρέμα της κοινότητας.
Η ανάγκη για επιβίωση και η ένωση των δύο «μαχαλάδων»
Μετά το 1922, στο Στρυμονικό εγκαταστάθηκαν πολλές οικογένειες προσφύγων (κυρίως Θρακιώτες, Μικρασιάτες και Πόντιοι). Το χωριό πάντα ήταν χωρισμένο στα δύο από έναν ορμητικό ξεροπόταμο, ειδικά την περίοδο του Φθινοπώρου και του Χειμώνα, όπου οι συχνές βροχές δημιουργούσαν συνθήκες πρωτόγνωρες στο ρέμα. Το νερό που κατέβαινε από τα γύρω βουνά προκαλούσε δέος και φόβο. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Αποκλεισμός Αν υπήρχε κάποιου είδους ξύλινη κατασκευή, χωρίς την κατάλληλη γερή και στέρεη βάση, αυτή θα παρασυρόταν από τα ορμητικά νερά του ρέματος και θα καταστρεφόταν. Η καταστροφή της πρόχειρης ξύλινης γέφυρας ή μιας κατασκευής ανάλογης, σήμαινε ότι το χωριό κοβόταν στη μέση. Οι ντόπιοι κάτοικοι αλλά και οι πρόσφυγες που έμεναν στον έναν μαχαλά δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα κτήματά τους, στην αγορά, στο σχολείο ή στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου που βρισκόταν στην άλλη πλευρά, αλλά και να επικοινωνούν μεταξύ τους οι κάτοικοι.
β. Η τεχνογνωσία και η εργολαβία: Πολλοί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τη
Μικρά Ασία, τον Πόντο, είχαν εξαιρετικές γνώσεις στη χτίση και στα δημόσια
έργα. Ένας πρόσφυγας εργολάβος ή ένας πολύ καλός τεχνίτης της περιοχής, σίγουρα
ανέλαβε το έργο, συχνά βάζοντας προσωπική εργασία ή καλύπτοντας μέρος των
εξόδων από έρανος, (το πιθανότερο μέσω
της Εκκλησίας) καθώς το επίσημο κράτος τότε ήταν οικονομικά εξουθενωμένο από
τον Εμφύλιο Πόλεμο και αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει άμεσα επαρχιακές γέφυρες.
γ. Η κοινωνική αποδοχή: Για την πρώτη γενιά των προσφύγων, η προσφορά
ενός τόσο ζωτικού έργου για το χωριό ήταν ο απόλυτος τρόπος να εδραιώσουν τη
θέση τους στην τοπική κοινωνία, ενώνοντας οριστικά τους «ντόπιους» και τους
«προσφυγικούς» μαχαλάδες, παρά τις όποιες κοινωνικό-οικονομικές διαφορές που
υπήρχαν και δημιουργούνταν σχετικές συγκρούσεις.
Η πληροφορία λοιπόν ότι την ξύλινη γέφυρα στο Στρυμονικό Σερρών, το έτος 1922, την κατασκεύασε πρόσφυγας είναι ιστορικά αληθοφανής και εναρμονίζεται απόλυτα με την πραγματικότητα της εποχής εκείνης στη Μακεδονία και πιο συγκεκριμένα για τον Ν. Σερρών, όπου αναφερόμαστε. Αν εξετάσουμε δε το χρονικό πλαίσιο και τις συνθήκες της περιόδου μεταξύ του 1922 (Μικρασιατική Καταστροφή) και του 1952 (έτος κατασκευής της τσιμεντένιας γέφυρας), η πληροφορία αυτή στηρίζεται σε πολύ στέρεα ιστορικά δεδομένα:
α. Το Στρυμονικό ήταν κατεξοχήν προσφυγικό χωριό. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, στο Στρυμονικό
(το τότε Όρλιακο) εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων. Ανάμεσά τους υπήρχαν
πολλές οικογένειες Θρακιωτών, Μικρασιατών και Ποντίων. Οι άνθρωποι αυτοί
δημιούργησαν τον δικό τους «μαχαλά», την δική τους γειτονιά και είχαν άμεση
ανάγκη να συνδεθούν με το υπόλοιπο χωριό για να επιβιώσουν.
β. Η έλλειψη κρατικής μέριμνας (Αυτοσχέδιες υποδομές). Τις δεκαετίες 1920 1940, το ελληνικό κράτος ήταν
χρεοκοπημένο και αδυνατούσε να κατασκευάσει μόνιμες υποδομές (όπως τσιμεντένιες
ή πέτρινες γέφυρες) σε κάθε επαρχιακό χωριό. Προσπαθούσε να συνταχθεί
οικονομικά. Οι ντόπιοι κάτοικοι και οι πρόσφυγες έπρεπε να βρουν άμεσες,
πρακτικές λύσεις μόνοι τους. Οι ξύλινες γέφυρες ήταν η απόλυτη λύση της εποχής:
κατασκευάζονταν γρήγορα, με τοπική ξυλεία και προσωπική εργασία (προσωρινές
κατασκευές και αγγαρεία των κατοίκων). Αυτή η γνώση δεν σημαίνει ότι δεν χτίζονταν πέτρινα γεφύρια ανά την Ελλάδα. Το αντίθετο. Εδώ αναφερόμαστε στην πραγματικότητα του Ν. Σερρών.
γ. Η τεχνογνωσία των προσφύγων. Οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά
Ασία και τον Πόντο, έφεραν μαζί τους υψηλή τεχνογνωσία σε τεχνικά επαγγέλματα,
τη χτίση και την ξυλουργική. Ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο ένας έμπειρος
πρόσφυγας τεχνίτης ή πρωτομάστορας να αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να στήσει
μια ξύλινη γέφυρα, επιστρατεύοντας τους συγχωριανούς του, προκειμένου να
σταματήσει ο αποκλεισμός του προσφυγικού μαχαλά κατά τις χειμερινές πλημμύρες,
από την υπόλοιπη κοινότητα.
|
Στο παρακάτω κείμενο, πιθανόν να
υπάρχουν στοιχεία μυθοπλασίας, απαραίτητα για την ολοκλήρωση της δικής μου «έρευνας» |
Ας δούμε λοιπόν, μετά
την παραπάνω «φιλοσοφική» ανάλυση περί κατασκευής της ξύλινης γέφυρας και τους
λόγους που ανάγκαζαν την κατασκευή της, από που έλαβα την πληροφορία για την
γέφυρα που προϋπήρχε (πρίν το 1952) στο Όρλιακο (Στρυμονικό). Η πληροφορία
προήλθε από την συγχωριανή κα Αγαθή Γιολτζίδου. Η «μαρτυρία» της απογόνου δεν
είναι απλώς μια αληθοφανής οικογενειακή ιστορία, αλλά μια ιστορία με βαθύτερη
κοινωνική προσφορά.
Η ετυμολογία του επιθέτου: Το επώνυμο
Γιολτζίδης προέρχεται από την τουρκική λέξη yolcu (γιολτζού), η οποία σημαίνει
«οδοιπόρος», «ταξιδιώτης» ή «αυτός που φτιάχνει / ανοίγει δρόμους». Στην
Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, τα επώνυμα δίνονταν πολύ συχνά με βάση το
επάγγελμα ή μια χαρακτηριστική ιδιότητα του γενάρχη της οικογένειας. Προέκυψε
λοιπόν για μένα το ερώτημα εάν άνθρωπος με το επώνυμο «Γιολτζίδης» (άνθρωπος
των δρόμων/των περασμάτων) ανέλαβε να κατασκευάσει τη γέφυρα που ένωνε το οδικό
δίκτυο του χωριού.
Και στη συνέχεια
έρχεται η επόμενη πληροφορία ότι στη κατασκευή μιας ξύλινης γέφυρας στο Όρλιακο
πριν το 1952, αναφέρεται το όνομα του Ιωακείμ Τυριακίδη του Ιωάννη, ο οποίος
έφτασε στο Στρυμονικό το 1922 και δικαιώνει απόλυτα την προφορική παράδοση της
οικογένειας της κας Αγαθής Γιολτζίδου και φωτίζει το προσφυγικό παρελθόν της
περιοχής.
Η ταυτότητα του
δημιουργού: Ο Ιωακείμ Τυριακίδης ήταν ένας από τους εκατοντάδες πρόσφυγες που
έφτασαν εξαθλιωμένοι το 1922 στο τότε Όρλιακο, κουβαλώντας όμως μαζί τους την
τέχνη και το πείσμα για μια νέα αρχή. Η σύνδεση των ονομάτων: Ο Ιωακείμ
Τυριακίδης είναι ο παππούς (από την πλευρά της μητέρας) της κας Αγαθής
Γιολτζίδου. Είναι απόλυτα φυσικό η ιστορία να διασώθηκε από τη μητέρα της προς
την ίδια, κρατώντας ζωντανό το όνομα του ανθρώπου που «γεφύρωσε» το χωριό.
Το επώνυμο
«Τυριακίδης»: Το επίθετο αυτό έχει βαθιές ρίζες στην περιοχή του Πόντου ή της
Μικράς Ασίας (συχνά συνδέεται με περιοχές όπως η Τύρολοη/Τυρολόη της Θράκης ή
καταγωγή από συγκεκριμένες εστίες της Ανατολής). Οι άνθρωποι αυτοί φημίζονταν
για την εργατικότητα και τις τεχνικές τους δεξιότητες.
Γιατί η ξύλινη γέφυρα θα ήταν ένα έργο ζωής για
τον Ιωακείμ; Όταν ο Ιωακείμ
εγκαταστάθηκε στο Στρυμονικό το 1922, το χωριό προσπαθούσε να ενσωματώσει τους
πρόσφυγες.
Η καθημερινή μάχη με τον ξεροπόταμο: Χωρίς υποδομές, οι πρόσφυγες που έχτιζαν τα
σπίτια τους στον νέο μαχαλά κινδύνευαν σε κάθε νεροποντή.
Η πρωτοβουλία: Ως άνδρας της πρώτης γενιάς προσφύγων, ο Ιωακείμ Τυριακίδης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Κατασκευάζοντας την ξύλινη γέφυρα, δεν έφτιαξε απλώς ένα πέρασμα· εξασφάλισε ότι τα παιδιά του (και μετέπειτα η μητέρα της κας Αγαθής) θα μπορούσαν να πηγαίνουν με ασφάλεια στο σχολείο και την εκκλησία χωρίς να αποκλείονται από το υπόλοιπο χωριό.
Πώς η ξύλινη γέφυρα οδήγησε στην τσιμεντένια του
1952; Η ξύλινη γέφυρα του
Ιωακείμ Τυριακίδη ήταν αυτή που κράτησε το χωριό ενωμένο για 30 ολόκληρα χρόνια
(1922–1952), βγάζοντας το Στρυμονικό ασπροπρόσωπο μέσα από τη δύσκολη δεκαετία
του '30, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όταν πλέον το ξύλο παραδόθηκε στη φθορά
του χρόνου, το κράτος ή η κοινότητα πάτησε πάνω στο ίδιο ακριβώς σημείο που
είχε επιλέξει και γεφυρώσει ο Ιωακείμ Τυριακίδης, για να χτίσει την τσιμεντένια
γέφυρα το 1952.Η μαρτυρία αυτή είναι πολύτιμη. Διασώζει το όνομα ενός αφανή
ήρωα της καθημερινότητας, του Ιωακείμ Τυριακίδη, που με μια ξύλινη γέφυρα
βοήθησε να ριζώσει η προσφυγιά στο Στρυμονικό Σερρών.



